«Η τελευταία μέρα ενός θανατοποινίτη», Β. Ουγκό (Νάρκισσος)

Πως αισθάνεται ένας θανατοποινίτης; Πως είναι να γνωρίζεις ότι οι δείκτες του ρολογιού θα προσπεράσουν ένα συγκεκριμένο λεπτό, αλλά όχι και η ζωή σου; Ποια είναι η τελευταία σκέψη μπροστά στο δήμιο; Υπάρχει ή πρόλαβε ο φόβος και την έπνιξε; Αλλά ας υποθέσουμε ότι όλα αυτά μας ενδιαφέρουν όσο και η αγωνία της αγελάδας στον ιμάντα του σφαγείου. Αλλωστε ο θανατοποινίτης είναι και ο πρώτος που θα σταματήσει να ασχολείται με το θέμα. Ας διαβάσουμε πρώτα το βιβλίο.

«Η τελευταία μέρα ενός θανατοποινίτη», του Β. Ουγκό, είναι ένα από τα βιβλία που συνήθως τα αδικεί η νιότη. Τα διαβάζεις νέος, όταν έχεις διάθεση, αλλά όχι και την ωριμότητα να τα επεξεργαστείς. Μετά μένουν αγέρωχα, αλλά σκονισμένα και λησμονημένα στη βιβλιοθήκη. Τα βλέπει η ματιά, αλλά δεν τα αγγίζει το χέρι. Εκτός και αν προκύψει κάποια ενδιαφέρουσα ανατύπωση, όπως η τελευταία των εκδόσεων «Νάρκισσος». Μην περιμένετε, φυσικά, κριτική ματιά στη γραφή του Ουγκό-θα ήταν τουλάχιστον κωμικό. Είναι μία γραφή δεν υστερεί μπροστά στον χρόνο, αλλά θρέφεται από αυτόν. Αν θέλετε, η εισαγωγή που έγραψε ο Ουγκό το 1832 θα μπορούσε να αποτελέσει ακριβή αισθητικό προσδιορισμό για τον τρόπο με τον οποίο πρέπει να αναπτύσσεται η πολιτική επιχειρηματολογία στον δυτικό κόσμο.

Η τελευταία μέρα του θανατοποινίτη μας είναι, λοιπόν, μία πολιτική καταγγελία που χρησιμοποιεί τη λογοτεχνική αφήγηση με παραβολικό χαρακτήρα. Ενας άνδρας πρόκειται να καρατομηθεί στο Παρίσι. Η φύση του εγκλήματος του δεν μας αποκαλύπτεται. Και έτσι πρέπει. Δεν μας απασχολεί το έγκλημα του ανδρός, αλλά της κοινωνίας. Ο Ουγκό γράφει το 1829, μία εποχή όπου η γκιλοτίνα κόβει τα κεφάλια όπως το δρεπάνι θερίζει τα στάχια. Ως θέαμα δεν είναι, ακόμα, αποτρόπαιο. Είναι κοινωνικά αποδεκτό. Μη λησμονούμε ότι μόλις τα τελευταία πενήντα-εξήντα χρόνια η Ευρώπη έπαψε να εκτελεί τους φονιάδες του ποινικού δικαίου. Ακόμα και σήμερα, ένας υπαινιγμός περί θανατικής ποινής είναι ικανός για να ανοίξει θερμή συζήτηση επί του θέματος. Τώρα αυτή η συζήτηση μπορεί να σου πάρει το κεφάλι με το βουητό της. Το 1829 θα σου το έπαιρνε στην κυριολεξία. Αν βρισκόσασταν στο Παρίσι θα είχατε έξι εβδομάδες ζωής αμέσως μετά την ανακοίνωση της ποινής. Η μορφή και η κοινωνική εικόνα σας θα έπαιρναν την σκληρή έκφραση της μοίρας σας. Δεν θα σας θεωρούσαν ακριβώς αξιολύπητο, αλλά ένα περίτωμα πάνω στο οποίο ζευγαρώνουν σαν απεχθείς μύγες η χλεύη με την αδιαφορία. Φυσικά η ζωή σας δεν θα είχε την αξία που έχει σήμερα. Ενας άνθρωπος του πρώιμου 19ου αιώνα μπορεί να μας έλεγε ότι έχουμε υπερεκτιμήσει και τη ζωή και τον θάνατο. Τότε ήταν αλλιώς. Η εξέδρα θα είχε στηθεί από την προηγούμενη ημέρα. Ο δήμιος και οι βοηθοί του θα συναρμολογούσαν τη «Χήρα». Η θανατική σας καταδίκη θα πωλείτο στο κοινό προς μια δεκάρα. Επιχειρηματίες που διατηρούσαν καλές σχέσεις με τον Δήμο, θα διέθεταν καθίσματα, διαβαθμισμένα ανάλογα με τη θέα που προσφέρουν. Και θα γέμιζαν όλα. Γιατί οι συμπολίτες σας λατρεύουν τη ψευδαίσθηση του αίματος στον ουρανίσκο και πολύ περισσότερο την ηδονή που προσφέρει η φρίκη όταν την παρακολουθείς ασφαλής και εξ αποστάσεως. Ο γιακάς σας είναι κομμένος, ο σβέρκος ξυρισμένος, τα χέρια δεμένα πίσω. Ο δήμιος και δύο βοηθοί. Ο ιερέας σας βάζει το σταυρό στο μέτωπο. Ανεβαίνετε υποβασταζόμενος στην εξέδρα. Τοποθετούν το σώμα στη λαιμητόμο και το λεπίδι πέφτει αμέσως, ο βοηθός του δήμιου μόλις που προλαβαίνει να τραβήξει τα χέρια του. Το κεφάλι σας έχει κυλήσει σε ένα δερμάτινο σάκο, ενώ το αίμα σας δεν έχει τύψεις να ξεπλύνει και απλώνεται στο ξύλο. Τελειώσατε. Και έχει τελειώσει και η κοινωνία μαζί σας.

Ο Ουγκό συντροφεύει τον θανατοποινίτη του δύο βήματα πριν την εξέδρα. Τότε, υποτίθεται, ότι του πήραν το χαρτί και το μολύβι. Αλλά ο άνεμος δεν έπαιξε άσχημο παιχνίδι, τα χαρτιά σώθηκαν και εμείς ζούμε την αγωνία του θανατοποινίτη που μόνο ο ύπνος μπορεί να απαλύνει. Ομως η καρδιά του αναγνώστη αρχίζει να βηματίζει αλλιώς, θέλεις δεν θέλεις ο συγγραφέας σπέρνει στη ράχη σου το ρίγος του θανάτου. Τρία χρόνια μετά την έκδοση του βιβλίου, ο Ουγκό, δημοσιεύει και την εισαγωγή στη νουβέλα, ένα πολιτικό μανιφέστο κατά της θανατικής ποινής. «Η κοινωνία δεν μπορεί να αφαιρεί κάτι που δεν έδωσε» γράφει. Και αποδομεί τα θεμέλια ενός συστήματος που στηρίχτηκε στον βασιλιά, στον ιερέα και στο δήμιο. Αισιοδοξεί. Πιστεύει ότι η θανατική ποινή φεύγει από τη Γαλλία. Ομως πρώτα πέθανε αυτός και μετά η ποινή. Καταργήθηκε μόλις το 1981 με απόφαση του Φρανσουά Μιτεράν.

Κανένας δεν γνωρίζει πόσοι άνθρωποι εκτελούνται κάθε χρόνο, ειδικά στην Κίνα. Επισήμως η Διεθνής Αμνηστία κατέγραψε 527 εκτελέσεις το 2010, κυρίως σε ΗΠΑ, Ιράν, Σαουδική Αραβία και Υεμένη. Στην Ευρώπη έγιναν δύο εκτελέσεις, στη Λευκορωσία.

Στην έκδοση του «Νάρκισσου», εκτός από τη νουβέλα και την εισαγωγή του συγγραφέα, περιλαμβάνεται σημείωμα της Κate Allen, στελέχους της Διεθνούς Αμνηστίας, ανάλυση του Roger Borderie και επίμετρο με περιγραφή εκτελέσεων από το «Εγχειρίδιο του Καλού Δήμιου» του ίδιου εκδοτικού οίκου.

Η τελευταία μέρα ενός θανατοποινίτη
ΒΙΚΤΟΡ ΟΥΓΚΟ
Μετάφραση: Αγγέλα Βερυκοκάκη
ΝΑΡΚΙΣΣΟΣ
ISBN: 960-8239-34-6

Advertisements