Ένα βράδυ στο ΚΑΤ

Τα δάκρυα στα νοσοκομεία είναι όπως οι γόπες στα προαύλια τους: υπάρχουν παντού. Αν θέλεις να τα προσέξεις, τότε θα τα δεις. Θα τα δεις ακόμα και όταν πέφτει η νύχτα, μέσα σε μάτια που γυαλίζουν ή ματώνουν για να τα συγκρατήσουν. Μπαίνω στο ΚΑΤ για ένα νυχτερινό επισκεπτήριο και σκέφτομαι ότι σε ένα νοσοκομείο ακόμα και το χαμόγελο είναι σαν ζακέτα στη βαρυχειμωνιά. Φοριέται, αλλά δεν διώχνει το κρύο. Και ειδικά σε αυτό το νοσοκομείο οι άνθρωποι πονάνε τόσο, όσο χρειάζεται για να πουν στον Δημιουργό πως έκανε κατασκευαστικά λάθη.

Ωστόσο οι εικόνες που βλέπω διαψεύδουν τα κλισέ και τις εμμονές μας. Μικρή κίνηση και αξιοπρεπής αντιμετώπιση στα εξωτερικά ιατρεία, θάλαμοι με τηλεοράσεις να παίζουν, μήπως και ξεγελαστεί ο επισκέπτης νομίζοντας ότι οι φωνές του πόνου βγαίνουν από την οθόνη. Μέσα σε ένα θάλαμο του τέταρτου ορόφου, στην πανεπιστημιακή κλινική, ετοιμάζομαι να ρωτήσω τον εαυτό μου αν αυτό που καθιστά σέξι τις νοσοκόμες είναι το μάρκετινγκ ή η παρηγορητική τους παρουσία. Δεν πρόλαβα. Παρατηρώ έναν ηλικιωμένο άνδρα στο κρεβάτι που βρίσκεται δίπλα στην πόρτα. Βήχει. Τα χείλη του έγιναν μαύρα και τα μάτια του άνοιξαν σαν στόρια μαγαζιού. Ενα μαύρο ποτάμι τινάχτηκε μέσα από το στόμα του. Αίμα. Έγειρε πίσω το κεφάλι και ένας νέος πίδακας πετάχτηκε για να επιστρέψει στο πρόσωπο του. Δεν το είχα ξαναδεί. Για την ακρίβεια δεν το είχε ξαναδεί κανένας μας. Το λένε γαστροπληγία.

Βγήκα στο διάδρομο και είπα σε μία νοσοκόμα να έρθει γρήγορα. Ηρθε. Και ήρθαν και άλλες. Και μαζί ένας ειδικευόμενος γιατρός. Ο ασθενής είναι εκτός εαυτού, έχει και προβλήματα άνοιας. Δεν θέλει τον γιατρό, το σοκ του θεριεύει μία κρίση πανικού. Ομως γιατρός και νοσοκόμες επιμένουν. Βουτάνε πάνω του, μέσα στο κορμί του, τραβούν σεντόνια και ρούχα, καθαρίζουν, παρηγορούν, λυτρώνουν. Ο ασθενής λέγεται Θανάσης. Μία νοσηλεύτρια αρχίζει να τραγουδάει το «Που’ σαι Θανάση», του Ζαμπέτα. Και μία άλλη κάνει μαύρο χιούμορ: «μόλις με πήραν από το γραφείο του Λοβέρδου, στέλνουν τα λεφτά για τις υπερωρίες.» Ένα νευρικό, γλυκόπικρο γέλιο ακούστηκε πάνω από το κορμί του Θανάση που καθαρίζεται με ευλαβικό τρόπο, δηλαδή επαγγελματικά. Σκέφτομαι πως τα λεφτά δεν μπορούν να αγοράσουν αυτήν τη συμπεριφορά. Μπορούν, όμως, να τη βοηθήσουν, να την κάνουν περισσότερο αποτελεσματική. Και κατάλαβα πως πέρα από τις υποδομές και τις πολιτικές, βάση του εθνικού μας συστήματος υγείας θα είναι το φιλότιμο και η ανθρωπιά των στελεχών του. Κάθισα σε ένα φορείο και τους χάζευα να φέρνουν τον ασθενή πιο κοντά στη ζωή. Και ξέρω πως όταν ευχαριστείς τέτοιους ανθρώπους, συνήθως απαντούν πως απλώς κάνουν τη δουλειά τους. Σωστό. Τα προβλήματα στην υγεία ξεκινούν από παράσιτα που επιτίθενται στα υγιή όργανα ενός ταλαιπωρημένου οργανισμού.

Οι γιατροί είναι από τους επαγγελματίες που δεν θέλεις να ξαναδείς, τουλάχιστον εκεί που δουλεύουν. Ορισμένους, όμως, αξίζει να τους θυμάσαι. Ο ειδικευόμενος, που λέτε, βγήκε από το θάλαμο με τη ζωτικότητα που του δίνει η ηλικία του και την αυτοπεποίθηση που του χορηγεί η επιτυχής αντιμετώπιση του περιστατικού. Εγώ συνέχισα να κάθομαι στο φορείο. Δεν μου έδωσε καμία σημασία. «Πως σε λένε γιατρέ;» τον ρώτησα. Γύρισε ελάχιστα το κεφάλι, μόνο η άκρη του ματιού του έπιασε κάτι από μένα. «Κόλλιας. Γιώργος Κόλλιας.» Να είσαι καλά Γιώργο Κόλλια.

Advertisements