To σύνδρομο του Μεσσία

Τα όνειρα των ποδοσφαιριστών χωρούν συνήθως σε διαφήμιση αποσμητικού. Ακόμα και ένα σέντερ μπακ, που παίζει μπάλα στο ξερό των ερασιτεχνικών κατηγοριών, δικαιούται να κοιμάται τυλιγμένος στο σεντόνι του Champions League, σουτάροντας το τελευταίο πέναλτι στον τελικό του Μουντιάλ. Λογικό και θεμιτό. Ο ποδοσφαιριστής ονειρεύεται τελικό. Ο πολιτικός τη σωτηρία της πατρίδας. Μέχρι που φτάνει εκείνη η στιγμή κατά την οποία ο άνθρωπός μας νομίζει ότι συνομιλεί με τον Θεό και η ιστορία κρατάει πρακτικά. Αν το δείτε από την απολύτως ανθρώπινη πλευρά, η άρχουσα πολιτική τάξη της χώρας προσέρχεται τώρα στη συνάντηση με το πεπρωμένο της. Η πατρίδα διέρχεται κρίσιμες ώρες και ο άνδρας όχι μόνο δεν πρέπει να λυγίσει υπό το βάρος της ευθύνης, αλλά καλείται να σώσει τη χώρα. Όχι πως τα πράγματα είναι ανιαρά υπό άλλες συνθήκες. Ένας πολιτικός καριέρας διάγει βίο διόλου πληκτικό: αναγνωρισιμότητα, ισχύς, επιρροή, επιχειρηματίες, γκόμενες, λεφτά, εξουσία. Καλύτερα και από τον Κριστιάνο Ρονάλντο. Όμως να που το όνειρο δεν στοιχειώνει μόνο φαντασιώσεις, αρχίζει και επιβιώνει στο φως του ήλιου. Και δείτε πως ο ίσκιος του σχηματίζει μία αντίφαση. Θεωρητικά οι περισσότεροι εξ αυτών που προσφέρονται για τη σωτηρία της πατρίδας θα μπορούσαν να έχουν ως κύριο πρόβλημα το βάρος που σηκώνει μία αιώρα δεμένη ανάμεσα σε δύο κοκοφοίνικες σε νησίδα ανοιχτά του Παναμά. Όμως δεν το κάνουν. Η πατρίς τους χρειάζεται. Και, πιστέψτε με, αυτό είναι περισσότερο δικό μας πρόβλημα παρά δικό τους. Ποιο μπορεί, λοιπόν, να είναι το ψυχολογικό κίνητρο ενός ανθρώπου που δέχεται να κάνει μία από τις χειρότερες δουλειές του κόσμου, να αναλάβει υπουργείο στην Ελλάδα; Του κερατά, δεν πρέπει να είναι πλέον η βουλιμία για δύναμη και εξουσία. Στοιχειώδες ένστικτο αυτοσυντήρησης να διαθέτεις, γνωρίζεις ότι εκεί που σήμερα πέφτουν γιαούρτια, αύριο ίσως πέφτουν σφαίρες. Αν επικαλεστείτε τη φιλοπατρία, σηκώστε την εφημερίδα πιο ψηλά και κρατήστε το γέλιο σας πιο χαμηλά – θα εκτεθείτε. Πού ήταν η φιλοπατρία όλων αυτών τις προηγούμενες δεκαετίες, όταν εξέθρεφαν το δημόσιο για να δρέψουν δύναμη, χρήμα και πολιτική επιρροή;

Κάποια στιγμή κλείστε τον ήχο της τηλεόρασης. Παρακολουθήστε μόνο κινήσεις και φυσιογνωμίες. Προσέξτε καλά τις εκφράσεις στα πρόσωπά τους. Δείτε τον πρωθυπουργό. Απευθυνόμενος προς τον ελληνικό λαό ή προς τους υπουργούς του διατηρεί μία σοβαρότητα που αν και αμήχανη, είναι σατανικά πειστική. Τον ακούς και γνωρίζεις ότι λέει ψέματα. Πιθανότατα και εκείνος ξέρει ότι το γνωρίζεις. Όμως επιμένει, είναι τμήμα της δουλειάς. Όταν βρεθεί ανάμεσα σε απλούς πολίτες χαμογελάει. Σωστό. Ένας πρωθυπουργός έχει πάντα το χαμόγελο στο στόμα, γιατί είναι αισιόδοξος και πρέπει να το μεταδίδει. Τώρα φέρτε στο μυαλό σας τον Σαμαρά. Πότε ήταν η τελευταία φορά που τον είδατε να γελάει; Το κάνει σπάνια. Διότι δεν μπορεί, δεν πρέπει να γελάσει. Ο αρχηγός της αντιπολίτευσης συμπάσχει με το λαό. Ακόμα και όταν σπάσει ένα χαμόγελο, το αραιώνει με λίγη πίκρα. Το ίδιο ισχύει και για τους άλλους ηγέτες της αντιπολίτευσης. Ο Καρατζαφέρης έχει το ύφος του τμηματάρχη Α΄ των 50s. Παλιομοδίτικο, αλλά οι ψηφοφόροι του το έχουν συνδέσει με τη σοβαρότητα. Η Αλέκα θα γελάσει όταν γίνει η επανάσταση και ο Τσίπρας χαμογελά μόνο ειρωνικά. Ομοίως και οι υπουργοί. Ειδικά ο Λοβέρδος, νομίζεις ότι θα σπάσει μετά από ένα σπαρακτικό «όχι άλλο κάρβουνο». Θέλεις να του πεις ότι αν όντως υποφέρει, καλό είναι να πάει σπίτι του, να μειωθούν τα αρνητικά vibes. Δεν θα το κάνει. Διότι είναι πολιτικοί και σφυγμομετρούν ακόμα και τις αναπνοές τους. Είναι πολιτικοί και, εκ φύσεως, έχουν αναπτύξει το ένστικτο αυτοσυντήρησης σε βαθμό ψυχοπάθειας. Σε μία κρίσιμη στιγμή, λοιπόν, οι τύχες της χώρας βρίσκονται σε ανθρώπους που σπανίως χαμογελούν, ενίοτε υποκρίνονται και κατευθύνονται από κίνητρα αμφιβόλου λογικής. Με τεχνοκράτες θα ήταν σαφώς καλύτερα. Στο μόνο που υπερτερούν οι πολιτικοί, είναι στη διαχείριση του άγχους. Εσείς ως το τέλος του μήνα πρέπει να βρείτε 1.000 ευρώ. Ο Βενιζέλος δύο δισεκατομμύρια. Μαντέψτε, όμως, ποιος κοιμάται καλύτερα τα βράδια.

Advertisements