Μη μου φωνάζεις άλλο

Ζούμε την εποχή των καθηγητών. Όχι άδικα. Όσο οι πολιτικοί εμφανίζονται μόνο σε πλάνα αρχείου, τόσο η ακαδημαϊκή άποψη διεκδικεί προνομιακή πρόσβαση στη δημοσιότητα. Στην Ελλάδα λατρεύουμε τους καθηγητές ακόμα και όταν ευτελίζουν αυτό το οποίο υπηρετούν-ίσως μάλιστα τότε να τους εκτιμούμε περισσότερο. Γενικώς είμαστε ένας βολικός λαός. Αν δεν έχουμε κάποιο φέρετρο για να ακουμπήσουμε, ψάχνουμε χείλη για να κρεμαστούμε. Και έτσι πρέπει.

Οι καταβολές της γενιάς μας βρίσκονται στα απόνερα του εμφυλίου. Το ακαδημαϊκό κύρος που επενδύεται με σπουδές στην αλλοδαπή, προσδίδει λάμψη στην αυθεντία. Λησμονούμε, βεβαίως, πως αυτοί που κατέστρεψαν τη χώρα έχουν φοιτήσει στα καλύτερα πανεπιστήμια του κόσμου. Ο προκάτοχος του Ευάγγελου Βενιζέλου στο υπουργείο Οικονομικών έχει διδακτορικό στο London School of Economics. Δηλαδή ακόμα και αν έψαχνες υπουργό με αγγελία, πάλι τον Παπακωνσταντίνου θα έπαιρνες. Τέλος πάντων, κάπου πρέπει να στηριχτούν και τα μέσα για να βγάλουν ώρες φθηνού προγράμματος. Και οι καθηγητές είναι μία καταφυγή. Και για τα μέσα, αλλά και για τον λαό. Βέβαια αν ζούσε τώρα ο μακαριστός Χριστόδουλος θα το συζητούσαμε αλλιώς καθώς οι καμπάνες στη γειτονιά θα χτυπούσαν πιο συχνά και από το κινητό σου. Όμως ας βολευτούμε με τους καθηγητές και τα διαχρονικά τοτέμ.

Πριν από λίγες μέρες άκουσα στον ραδιοφωνικό ΣΚΑΙ έναν καθηγητή που έλεγε ότι η κρίση είναι κομμένη και ραμμένη στο δημογραφικό πρόβλημα της Γερμανίας. Εξήγησε ότι οι Γερμανοί φθίνουν αριθμητικά, συνεπώς πρέπει με κάποιο τρόπο να εξασφαλίσουν τη βιωσιμότητα τους έθνους τους. Εννοείται ότι δεν τους κάνει ούτε η Βαλτική, ούτε η Πολωνία, ούτε οι στρατιές των μεταναστών. Θέλουν το σπέρμα μας (σιγά μην τους κάτσουν οι γυναίκες μας) για να φτιάξουν τον τέλειο άνθρωπο με τη δική μας λεβεντιά και τη δική τους πειθαρχία.

Όμως πριν το είδος των Γερμανών, αναπαράγεται η βλακεία των Ελλήνων. Και, συγχωρήστε με, είναι παντού, πιθανότατα και μέσα σε αυτές τις γραμμές-δεν μπορεί να μην είναι. Από τις θεωρίες συνωμοσίας των chain mails, μέχρι τις πατριωτικές φούσκες με επιστημονικό περίβλημα, ως τις αμήχανες εμμονές των κομμάτων. Και η βλακεία που κρύβεται πίσω από ιδεολογήματα δεν παύει να είναι βλακεία, ίσως και στη χειρότερη μορφή της. Η αλήθεια είναι απλή, αλλά δεν ακούγεται. Έχουμε τρία χρόνια μπροστά μας για να δούμε αν αυτό το κράτος μπορεί να λειτουργήσει χωρίς δανεικά. Τόσο απλό και τόσο σύνθετο συνάμα. Εδώ που φτάσαμε ήταν μία αναπόφευκτη εξέλιξη. Διαγραφή χρέους, μαζί με τα κορόιδα, πληρώνουν κάτι και οι τραπεζίτες και προσέχουμε τα βήματα στο σκοτάδι. Αν διευρύνουμε τη φορολογική βάση, περικόψουμε δαπάνες και κάνουμε τις απαραίτητες μεταρρυθμίσεις, τότε, ναι, ίσως υπάρχει μία ελπίδα για να παίξεις τα λίγα που σου έμειναν. Δεν έχει καμία σημασία αν είναι ηθικό ή ανήθικο, σωστό ή λάθος, προοδευτικό ή συντηρητικό.

Η κουβέντα αυτή θα έχει ενδιαφέρον όταν την κάνουν μετά από δύο δεκαετίες. Ήταν αναπόφευκτο και αυτό φτάνει. Αρκεί, βέβαια, να αποκτήσουμε ηγεσία που να μην προσβάλλει, όπως αυτή, την κοινή λογική και το δημόσιο αίσθημα. Ποιος, όμως, είναι ο δημόσιος λόγος που ακολουθεί; Ένα ακατάσχετο παραλήρημα αποτελούμενο από μισόλογα, κλισέ και αδιέξοδα ιδεολογήματα. Εξηγήστε μου, ας πούμε, ποια είναι η πρόταση της Νέας Δημοκρατίας ή του Καρατζαφέρη. Δείξτε μου το σχέδιο της κυβέρνησης. Βρείτε λογική στη διαλεκτική της Αριστεράς. Δεν υπάρχει τίποτα. Αν δεις την Ελλάδα από ψηλά και επιχειρήσεις να βάλεις σε λέξεις τη βουή που ακούς, θα αντιμετωπίσεις την έξαρση ενός πατριωτικού λαϊκισμού που παίρνει από σπίθες από την οργή των ανθρώπων και την επικοινωνιακή σπέκουλα μέσων και κομμάτων. Η κάμερα έδειχνε μαθητές να μουτζώνουν τους επισήμους στις παρελάσεις, τραμπούκους να δέρνουν μετανάστες και πράβεις ωμής βίας. Όμως ο σχολιαστής δεν τολμούσε να ξεφύγει από τη «δικαιολογημένη οργή του κόσμου». Από τη μία στιγμή στην άλλη όλοι γίναμε «κόσμος». Και μετά μείναμε για μέρες να αναλύουμε τον σύγχρονο πολιτικό λόγο του Μανώλη Γλέζου.