Γυρίζοντας πίσω

Στα μέσα της δεκαετίας του ’80 γνώρισα το κρατητήριο στο τελωνείο των Ευζώνων. Προορισμός μου ήταν το Βελιγράδι, θα με φιλοξενούσε πρώην συμμαθητής που ακολούθησε το ρεύμα της εποχής για σπουδές στη Γιουγκοσλαβία. Στις αποσκευές μου είχα και μία τσάντα που παρέλαβα από τη μητέρα του. Η τσάντα περιείχε, εκτός των άλλων, μία σακούλα με τρόφιμα. Τυρόπιτα και κοτόπουλο. Αν υπάρχουν σκυλιά που μυρίζουν ναρκωτικά, οι τελωνειακοί της εποχής είχαν εκπαιδεύσει τις μύτες τους στα μάρκα και στα δολάρια. Εγώ δεν γνώριζα ότι κουβαλούσα μάρκα. Το κατάλαβε ο τελωνειακός, όταν κατά τη διαδικασία του ελέγχου είδε το κοτόπουλο. Εκείνο τον καιρό τα βραστά κοτόπουλα γεννούσαν συνάλλαγμα. «Αγόρι μου ξέρεις σε ποιο αδίκημα έχεις υποπέσει;» Φυσικά και ήξερα. Παράνομη εξαγωγή συναλλάγματος. Γινόσουν ως και μονόστηλο. Mε τρεμάμενη φωνή του είπα ότι δεν είχα ιδέα. Ήταν σαν να στέλνω την αστυνομία στη μαμά του φίλου μου. Λάθος. Δεν κινητοποιείται το κράτος για 300 μάρκα. Ο τελωνειακός τα έβαλε στον κοτόπουλο, η καρδιά μου μπήκε στη θέση της και εγώ στο λεωφορείο για Βελιγράδι.

Αν η γενιά των γονιών μας μετέφερε το κατοχικό σύνδρομο στα αντανακλαστικά της, η δική μου έχει αναπτύξει κάτι αντίστοιχο με τα τελωνεία ή, τέλος πάντων, με το συνάλλαγμα και τις αγορές από το εξωτερικό. Πριν από είκοσι χρόνια δεν μπορούσες να βγεις στο εξωτερικό με τις δραχμές σου, τις έκαναν δεκτές μόνο για επιτραπέζια παιχνίδια. Έβαζες το διαβατήριο στη μία τσέπη και τα χιλιάρικα στην άλλη. Έμπαινες στην τράπεζα, συμπλήρωνες χαρτιά. Ο υπάλληλος γνώριζε πού πας. Πολλές φορές έπρεπε να μάθει και τον λόγο για τον οποίο θα πας. Οι φοιτητές ήταν άλλη κατηγορία, οι ασθενείς ξεχωριστή περίπτωση. Και μετά στα σύνορα ή στο αεροδρόμιο. Ο τελωνειακός να ψαρεύει με θανατηφόρα αγκίστρια. Πόσα λεφτά έχεις; Πού τα βρήκες; Δεν διαθέτεις δικαιολογητικά; Είσαι ύποπτος για μαύρη αγορά. Και η επιστροφή ακόμα πιο δύσκολη. Πώς θα βάλεις το βίντεο στη χώρα; Ναι, ένα καταραμένο βίντεο γινόταν φετίχ και σε έβγαζε στην παρανομία. Έχω μεταφέρει Blaupunkt κασετόφωνο αυτοκινήτου σαν πτώμα, τυλιγμένο σε κουβέρτα. Αλλά μου έχουν κρατήσει και βιντεοκάμερα στο Ελληνικό, σε άφιξη από Νέα Υόρκη όπου οι τελωνειακοί έκαναν πάρτι, φορολογούσαν ακόμα και τα τζιν από τα GAP.

Και όμως, όλα αυτά χάθηκαν σχεδόν αμέσως, σαν την ομίχλη που διαλύεται το ξημέρωμα. Τη μία μέρα έκρυβες δολάρια στα παπούτσια σου και την άλλη πήγαινες στο Μιλάνο για να αγοράσεις καινούργια, από τα κέρδη του χρηματιστηρίου. Η στροφή δεν έγινε σιγά-σιγά, σταδιακά. Έγινε λες και κάποιος γύρισε τον διακόπτη. Λογικά θα μπορεί να γίνει και το αντίθετο, ήδη ξεκίνησε. Δεν είναι δύσκολο να συμβεί, δεν μας εκφοβίζουν, μας το δείχνουν, το ζούμε. Μπορεί να μη χρειάζεσαι συνάλλαγμα, αλλά δεν έχεις χρήματα. Ακόμα και αν δεν φύγουμε από το ευρώ, το ευρώ έχει φύγει από μας. Τα φώτα χαμηλώνουν και η άμαξα γίνεται κολοκύθα. Και αισθάνεσαι πως τα πάντα επιστρέφουν στα ’80ς, εκτός από τα χρόνια σου. Κάποτε πίστευα πως είμαστε οι έφηβοι των ’80ς που απλώς ζουν την επιστημονική φαντασία της εποχής τους. Λάθος σκέψη. Είμαστε έφηβοι που έφυγαν στο χρόνο και επιστρέφουν γερασμένοι στην εποχή τους. Ξέρω ότι σας φαίνεται αρκετά προσωπικό, αλλά κατά βάθος όλα από μία ψευδαίσθηση ξεκινούν. Άκουγα τον Μάριο Μόντι να λέει ότι παίρνει μέτρα για να μη γίνει η Ιταλία σαν την Ελλάδα. Κατάλαβα ότι εμείς παίρνουμε μέτρα επειδή πιστέψαμε, οι ανόητοι, ότι θα ζήσουμε σαν Ιταλία. Και αργά το βράδυ, ακούγοντας τον δικό μας πρωθυπουργό στη Βουλή να παρουσιάζει αριθμούς και δεδομένα, ήξερα πως λέει την αλήθεια. Όμως δεν μπορούσα να το πιστέψω. Μου φαινόταν σαν ψέματα που το άκουγα.