Στο ξημέρωμα

finalΟ Δημήτρης αγκαλιάζει τη Μαρία. Εγώ στέκομαι μπροστά τους με το τηλέφωνο να αρπάζει τη στιγμή. Πριν από λίγα λεπτά αυτοί πήραν το τελευταίο χειροκρότημα και εγώ μάζεψα το αλεξίπτωτό μου. Οι παραστάσεις του «Και δεν έχει ξημερώσει ακόμα» ολοκληρώθηκαν. Πριν από ένα χρόνο δεν θα μπορούσα να το φανταστώ. Πριν από έξι μήνες δεν θα μπορούσα να το πιστέψω. Όμως να, αυτό ήταν. Έγινε.

Εδώ και μερικούς μήνες προσπαθώ να περιγράψω, κυρίως στον εαυτό μου, πώς είναι να ακούς κάποιους να λένε τα λόγια σου επάνω σε μία σκηνή. Και ακόμα πιο δύσκολο: τι αισθάνεσαι όταν βλέπεις άγνωστους ανθρώπους να παρακολουθούν κάτι που έχεις γράψει; Έλεγα ότι θα είναι κοντά σε αυτό που γεννάει η ανάγνωση των κειμένων σου, η ακρόαση των εκπομπών σου-πάντα έχεις κάποιο τρακ, ένα τσίμπημα αγωνίας για την αποδοχή της δουλειάς σου. Όμως, πιστέψτε με, το θέατρο δεν έχει καμία σχέση με αυτά. Η έκθεση που αισθάνεσαι είναι τόσο μεγάλη και βίαιη που ξεπερνάει οτιδήποτε έχεις αισθανθεί προηγουμένως. Είναι πολύ δύσκολο να είσαι «εκεί πάνω» με οποιονδήποτε τρόπο.

Τώρα, λοιπόν, που το γραφείο τελετών και ο οίκος ανοχής έκλεισαν τα φώτα τους, αισθάνομαι την ανάγκη να τους ευχαριστήσω όλους για την εμπειρία και την ευκαιρία. Πρώτα την οικογένεια μου, τη γυναίκα και τον γιο μου, για την υποστήριξη τους. Τη Γεωργία που με πήρε από το χεράκι και με έβαλε να γράψω, ενώ ανέχτηκε τα πάντα-εντάξει, σχεδόν τα πάντα. Την Ιωάννα που το εμπιστεύτηκε και έκανε την παραγωγή. Την Αλεξία που εκτός από λύσεις έδινε και χαμόγελα. Τον Κωνσταντίνο που έβαλε την τέχνη και το όνομα του δίπλα στο δικό μου-είναι μεγάλη η τιμή. Τη Μαρία και τον Δημήτρη. Που ήταν «εκεί πάνω». Γιατί αν εμείς βάλαμε λόγια και ιδέες, εκείνοι πρόσθεσαν φωνή και ψυχή. Τους ευγνωμονώ. Τους ταλαιπώρησα με την άγνοια του απαίδευτου. Και τώρα τους ζητώ συγγνώμη με την ταπεινότητα του ατάλαντου μπροστά στο ταλέντο του θεατρίνου.

Advertisements