H τελευταία μέρα του Άκη

akiss«Το προτελευταίο μου βράδυ ως υπουργός Εθνικής Άμυνας ξεκίνησε με ένα τηλεφώνημα του Σημίτη. Μου είπε ότι θα κάνει ανασχηματισμό και πώς είναι καλό να μετακινηθώ και να πάω στο υπουργείο Ανάπτυξης. Γέλασα και τον ρώτησα αν είναι καμιά ιδέα του αδερφού του, από τη Γερμανία. Δεν κατάλαβε το αστείο και άρχισε να μου λέει κάτι περί κύκλων διοίκησης και παραγωγής έργου. Νύσταζα και έπεσα για ύπνο. Το πρωί με ενημέρωσαν ότι θέλει να μου μιλήσει ένας απόμαχος, αλλά συνάμα ενεργός πολιτικός της δεξιάς. Του τηλεφώνησα. Ζήτησε ένα ρουσφέτι της τελευταίας στιγμής, κάτι για μία μικρή δουλίτσα που διεκδικούσε ένας ανιψιός του. Μα πόσα ανίψια έχει αυτός ο άνθρωπος; Τον εξυπηρέτησα αν και μέσα μου φοβόμουν μήπως είναι γρουσουζιά η τελευταία μου υπογραφή στο υπουργείο Εθνικής Άμυνας να αφορά το συγκεκριμένο πρόσωπο.

Είπα στον Σμπώκο και στα παιδιά να αρχίσουν το μάζεμα του γραφείου και πήγα για φαγητό σε συγγενικό σπίτι με φίλους. Αν μη τι άλλο, χρειαζόμουν ενημέρωση και συμβουλές. Τι στο διάολο κάνει κάποιος στο υπουργείο Ανάπτυξης; Μου εξήγησαν ότι θα έχω να ασχοληθώ με την ενέργεια, την αγορά, τον τουρισμό. Αδιάφορα όλα αυτά. Πρέπει να κάνεις πολιτική. Να έχεις συναντήσεις τεράστιας διάρκειας με επαγγελματικούς συλλόγους, παράγοντες της αγοράς και μικρομεσαίους. Δεν φαντάζεστε πόσο το απεχθάνομαι, δεν μπορώ να το ανεχθώ. Κουράστηκα πια. Και χόρτασα. Τα πάντα. Αλλά από ένα σημείο και μετά δεν μπορείς να ζήσεις χωρίς εξουσία, ακόμα και αν σε κουράζει. Είναι η ανάγκη που έχεις να βρίσκεσαι πιο πάνω από τους άλλους. Έτσι και συνηθίσεις στο να σε χαιρετάει ο αστυνομικός και να σου ανοίγει την πόρτα ο στρατιωτικός, δεν μπορείς να το αφήσεις εύκολα. Μετά είναι ένας ολόκληρος κόσμος που έχει χτιστεί γύρω σου. Από φίλους και συγγενείς, μέχρι και βουλευτές που τους δίνεις χαρτζιλίκι. Τι θα γίνουν όλοι αυτοί; Νύχτωσε η 24η Οκτωβρίου. Έφαγα κινέζικο από delivery. Την επομένη παρέδωσα το υπουργείο. Στον Γιάννο.»

Η τελευταία μέρα του Άκη στο υπουργείο Εθνικής Άμυνας θα μπορούσε να πλέξει θεατρικό μονόλογο. Ένα συναρπαστικό ημερολόγιο. Ακόμα καλύτερα: μία συγκλονιστική απολογία μπροστά στο ακροατήριο ενός δικαστηρίου και σε έναν ολόκληρο λαό. Πιθανότατα δεν θα γίνει τίποτα από όλα αυτά. Ο Άκης θα αναζητήσει οχυρώσεις σε νομικές ασάφειες και τεχνικές ανακρίβειες, θα ρίξει το χαρτί της παραγραφής στο τραπέζι και θα επιμείνει, στην πρόσκληση των πρώην συναδέλφων του στην αίθουσα. Και αυτή πρέπει να γίνει. Είναι υποχρέωση της δικαιοσύνης απέναντι στη δημοκρατία. Όχι, ακούγεται βαρύγδουπο, δεν συνδέεται με το ιστορικό προηγούμενο. Είναι, του κερατά, θέμα στοιχειώδους λογικής. Δεν μπορείς να δικάζεις κάποιον για την κομπίνα του αιώνα και να μην καλείς τον προϊστάμενό του, τον άνθρωπο που είχε την υποχρέωση να τον ελέγξει. Είναι εντελώς άστοχο το να έχεις στο εδώλιο τον υπουργό που εγκαλείται για διαφθορά και να μην κάνεις μία ερώτηση στον διάδοχο του, στον άνθρωπο που παρέλαβε τους ίδιους φακέλους και τις ίδιες προμήθειες.

Εν τέλει δεν στέκει να σέρνεις στο ικρίωμα τον άνθρωπο που εκτέλεσε μία απόφαση, την οποία συνυπέγραψαν και άλλοι. Διότι αν είναι έτσι, τότε ποιος ο λόγος ύπαρξης του ΚΥΣΕΑ; Αν μη τι άλλο, αφού οι άνθρωποι δηλώνουν ότι δεν γνώριζαν, είναι σαν να επιβεβαιώνουν την ανεπάρκεια τους. Και όμως, προτιμούν να σκύψουν το κεφάλι και να κοιτάξουν τα ακριβά παπούτσια τους. Δεν ακούς μία δημόσια δήλωση, ένα επίσημο «δεν γνώριζα», μία έμμεση παραδοχή πολιτικής ευθύνης. Οι στενότεροι συνεργάτες του Κώστα Σημίτη (Τσουκάτος και Μαντέλης) παραδέχθηκαν ότι πήραν χρήματα από τη Siemens. Ο κορυφαίος υπουργός του δικάζεται ως κοινός εγκληματίας. Και ο πρώην πρωθυπουργός το μόνο που βγάζει από το στόμα του είναι ανούσιες παραινέσεις για την πορεία της χώρας. Η δίκη του Άκη πέρα από όλα τα άλλα, φωτίζει και μία εξοργιστική αντίφαση. Σαράντα χρόνια μεταπολίτευσης, μία χώρα στα γόνατα και στο κόσκινο μας έμεινε μόνο ο Τσοχατζόπουλος;

Advertisements