Ψωμί, πατρίδα, ορθοδοξία

ΜΠΑΛΚΟΝΙ  ΠΟΛΥΚΑΤΟΙΚΙΑ ΑΝΕΡΓΙΑ ΥΦΕΣΗΘα ήθελα να υπάρχει μία στατιστική σύγκριση του ποσοστού των Αμερικανών που πιστεύουν ότι ο Έλβις ζει, με το ποσοστό των Ελλήνων που εκτιμούν ότι ο Παΐσιος δικαιώθηκε από τα γεγονότα της Τουρκίας. Είμαι σχεδόν βέβαιος ότι το δικό μας ποσοστό θα ήταν μεγαλύτερο. Το πρόβλημα μου είναι ότι αν ο Παΐσιος έχει δίκαιο, θα πρέπει να ετοιμαζόμαστε για την επιστροφή του γένους στην Πόλη. Αυτό κοστίζει και δεν νομίζω ότι μπορούμε να το πληρώσουμε. Ωστόσο η θεμελίωση της τρίτης γέφυρας στον Βόσπορο, τον εθνικό σκοπό εξυπηρετεί-ο στρατός μας θα αποκτήσει λειτουργική πρόσβαση, πιο άνετο access. Παραληρώ, σας ζητώ συγγνώμη. Όμως τελώ υπό συνθήκες πατριωτικού hangover, έχοντας καταναλώσει αυτό το άθλιο μείγμα που προκύπτει όταν πάρεις τις εθνικές μας σταθερές, προσθέσεις βλακεία, εθνικιστικά σάλια και ραδιοφωνικά ουρλιαχτά. Δεν είναι και εύκολο να το αντέξεις. Πέρασε μία εβδομάδα που ξεκίνησε με την επέτειο της Άλωσης, ακολούθησε τα βήματα από τον χορό του Ζαλόγγου και έβγαλε πάλι τον Παϊσιο στο δίκτυο και στα μανταλάκια. Στην αρχή ήταν γραφικό. Μέτα, άρχισε να διογκώνεται. Όμως τώρα τελευταία αυτή η ανάγκη για πιστοποίηση του «εθνικά ορθού», καταντάει χυδαία. Την Κυριακή μία μεγάλης κυκλοφορίας εφημερίδα είχε ως πρώτο θέμα τη Ρεπούση και τον χορό του Ζαλόγγου. Λογικό και δόκιμο αρκεί να είσαι ένα από τα πρώτα φύλλα της Ακρόπολης. Τον τελευταίο καιρό ένα μεγάλο τμήμα του δημοσίου λόγου τρέχει στον δρόμο του σαλίγκαρου: με πολλές στροφές και προορισμό προς τα πίσω.

Γιατί συμβαίνει αυτό; Είναι απλό. Η άνοδος του εθνικισμού τοποθετεί τις φουστανέλες και τα τσαρούχια στην κρεμάστρα της πολιτικής. Είναι ένα παιχνίδι λογικής όπου κερδίζει ο πιο δόλιος και ας φαίνεται ως ο πιο ηλίθιος. Η τακτική είναι εύκολη. Τοποθετήσου στα άκρα, ως θεματοφύλακας των ιερών και των οσίων. Αυτομάτως η ο λόγος σου επενδύεται με αγνά κίνητρα, η κριτική σου γίνεται πάντα στη βάση του εθνικού, συχνά δε και του χριστιανικού. Το παραδοσιακό πρότυπο του Έλληνα έρχεται πάλι στη μόδα. Το σύνθημα αλλάζει: ψωμί-πατρίδα-ορθοδοξία.

Φέτος παρακολούθησα δύο ενδιαφέρουσες παραγωγές στο Badminton. Το «Θα σε πάρω να φύγουμε» και την αναδρομή στη ζωή του Μίκη Θεοδωράκη. Στην επιθεώρηση ο κόσμος άρχισε να παραληρεί με το «Κορόιδο Μουσολίνι» και το «Παιδιά της Ελλάδος παιδιά.» Και στη ζωή του Θεοδωράκη το έντονο και ρυθμικό χειροκρότημα έρχεται στο «Σώπα, όπου να’ ναι θα σημάνουν οι καμπάνες». Δεν είναι παράλογο. Περνάμε δύσκολα και μεγάλη μερίδα συμπολιτών μας έχει πειστεί ότι για αυτό ευθύνονται αποκλειστικά οι ξένοι και ένα κομμάτι της εγχώριας ελίτ. Εν τέλει, όταν μαζεύονται πολλά σύννεφα οι άνθρωποι ψάχνουν κάπου να βάλουν το κεφάλι τους. Η πατρίδα και η εκκλησία είναι σταθερές καταφυγές. Δείτε, όμως, τι βιομηχανία στήνεται πάνω στην άγνοια, στο φόβο και στα αντανακλαστικά των ανθρώπων.

Το συντηρητικό κομμάτι του πολιτικού φάσματος αποφεύγει να προσβάλλει τα ξενοφοβικά και ρατσιστικά που κυριαρχούν στην κοινωνική μας δημογραφία. Από δίπλα και ένα κομμάτι του Τύπου που διακρίνει τη στροφή της κοινωνίας και προσαρμόζεται για να τσιμπήσει φύλλα και ακροατές. Αυτοματισμοί. Η Χρυσή Αυγή έχει πάει τη βελόνα του πατριωτισμού στα άκρα. Και θέλοντας και μη, οι υπόλοιποι έχουν αποδεχθεί ότι οποιαδήποτε απόκλιση το «εθνικά ορθό», ελέγχεται πλέον πολιτικά και πατριωτικά. Για να το πω απλά, η Ρεπούση εγκαλείται για τη στάση της απέναντι σε ορισμένα ιστορικά ταμπού. Δεν πρόκειται, όμως, να συμβεί το ίδιο για εκείνον που θα ανέβει στο βήμα της Βουλής και θα μιλήσει για την υπεροχή και τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του ελληνικού λαού-συχνά το κάνει και ο ίδιος ο πρωθυπουργός. Σταδιακά, λοιπόν, θα αρχίσουμε να αποφεύγουμε ή να φοβόμαστε την αμφισβήτηση όσων θεωρούνται εθνικώς ορθά. Ο «μεσαίος» λόγος τείνει να εκλείψει. Όλο και περισσότεροι οπισθοχωρούν, αποδέχονται τους μύθους ως αλήθειες και το ψέμα ως ορθό. Και μαθαίνουν ότι πατριωτισμός δεν είναι μόνο να αγαπάς την πατρίδα σου, αλλά να μισείς ό,τι δεν είναι εθνικό.

Advertisements