To δίκιο του Βορίδη

pasokΤη μέρα που γύρισε ο Ανδρέας από το «Χέρφιλντ», περίπου δέκα χιλιάδες άνθρωποι κατέβηκαν στο Ελληνικό για να κουνήσουν σημαία και να δουν το περίφημο νεύμα προς τη Δήμητρα. Από αυτούς, ελάχιστοι γύρισαν πίσω, οι περισσότεροι έμειναν εκεί και διορίστηκαν στην «Ολυμπιακή». Εντάξει, πλάκα κάνω, αλλά αν όντως γινόταν, δεν θα προκαλούσε και σοκ. Διότι το κράτος της Αλλαγής ήταν γενναιόδωρο προς τους υποστηρικτές του. Και αν μη τι άλλο, αν ήσουν με την Αλλαγή, θα έβρισκες και τον τρόπο που σου ταιριάζει για να το εκφράσεις. Ακόμα και αν δεν υπήρχε κλαδική για την περίπτωσή σου, στη γειτονιά είχες τοπική οργάνωση ή, ακόμα καλύτερα, Επιτροπή Στήριξης της Αλλαγής. Οκτώ σελίδες είχε η «Αυριανή» σε μεγάλο σχήμα. Και ήταν αρκετές για να στα πουν όλα.

Τα ελληνικά 80s ήταν τόσο κιτς πολιτικά και πολιτισμικά, που καμιά φορά βάζω τον εαυτό μου να ντρέπεται επειδή τα έζησε. Α, ναι, θυμάμαι τους Πασόκους να είναι στο κράτος, όπως οι τρύπες στο κεφαλοτύρι. Και το ελληνικό όνειρο να σχηματίζεται με κομμάτια του εφιάλτη: διορισμός στο δημόσιο, καλά λεφτά για εικονικές δουλειές, ένα μικρό τσιμπολόγημα σε κανένα κοινοτικό πρόγραμμα, οικόπεδο και αυθαίρετο με θέα θάλασσα και στην άκρη του κήπου η καταπακτή του βόθρου. Και επειδή η Μελίνα βρίσκεται πλέον στη χώρα του θρύλου, έχει απαλλαγεί, αδίκως, για την έκπτωση του πολιτισμού στα χαμηλά της ωμής κομματικής συναλλαγής.

Ο Μάκης Βορίδης δεν έχει άδικο όταν αποδίδει στο ΠΑΣΟΚ των 80s την πηγή των δεινών μας. Όμως, δεν έχει και δίκιο. Αποσυνδέει από το συλλογισμό του όλα όσα προηγήθηκαν εκείνης της δεκαετίας. Ξεχνάει ότι οι Πασόκοι όρμησαν στο κράτος σαν τους μπολσεβίκους στα χειμερινά ανάκτορα, επειδή, απλούστατα, ήταν αποκλεισμένοι. Είτε ως μη προνομιούχοι, είτε ως προοδευτικοί πολίτες. Το ΠΑΣΟΚ το έλυσε αυτό. Τους έκανε προνομιούχους και βαθύτατα συντηρητικούς.

Ένας τριαντάρης δεν έχει ζήσει τίποτα από όλα αυτά. Και επειδή, πιθανότατα, είναι άνεργος, δεν έχει και τη διάθεση να τα συζητήσει. Του κερατά, έχουν φύγει και τριάντα χρόνια από τότε. Θα μου πείτε ότι εδώ αποδεικνύεται πως δεν έχουμε τελειώσει με τον εμφύλιο, θα ξεμπερδέψουμε τόσο εύκολα με τα 80s που μας σημάδεψαν; Όχι, απλώς άλλο θέλω να σας πω. Γράφω τώρα και έχω στον browser το εξώφυλλο του «Economist» που περιγράφει την εξέλιξη των εξεγέρσεων. Στη Γαλλία η Δημοκρατία κρατάει τη σημαία, ένας χίπι τη μολότοφ, ο Βαλέσα εμφανίζεται με κερί και μια κοπέλα με υψωμένο το smart phone. Κοινώς δεν μπορείς πλέον να ξέρεις για ποιο λόγο θα βγουν οι άνθρωποι στο δρόμο. Κάποτε το έβλεπες να έρχεται. Τώρα είναι εκεί και σε περιμένει. Και μπορεί να ξεκινήσει από ένα πάρκο.

Σκέφτομαι, λοιπόν, ότι σε αυτή τη γοητευτικά σκληρή εποχή οι κυβερνήσεις έχουν μια καλή δικαιολογία να επικαλεστούν: δεν γράφουν πλέον αυτές την ατζέντα, δεν δίνουν την τάση στην κοινωνία. Πριν τα κοινωνικά δίκτυα το σύστημα έδινε γραμμή. Τώρα προσπαθεί να καταλάβει τι συμβαίνει. Πάμε πάλι από την αρχή. Αν θέλει κάποιος σώνει και καλά να δώσει δίκιο στο Βορίδη, τότε θα πρέπει να αποδώσει ευθύνες όχι απλώς στη διαχείριση του ΠΑΣΟΚ, αλλά στην κοινωνική συνείδηση, στο ρεύμα που διαμόρφωσε. Στα 80s πορευτήκαμε με αίτημα την Αλλαγή, όπως την αντιλαμβάνονταν κεντρικά. Στα 90s η κατεύθυνση ήταν η ευζωία, ο πλούτος. Και μετά η Ευρώπη, οι Ολυμπιακοί Αγώνες, η κρίση. Τα πράγματα έγιναν –και είναι– απρόβλεπτα.

Ακόμα και αν το κέντρο είχε την πρόθεση να μεταδώσει την «επιβίωση» ως κεντρική κατεύθυνση, δεν έχει πλέον τα μέσα. Xειρότερα: δεν μπορεί να ακούσει και να επεξεργαστεί τις τάσεις από την πλευρά της κοινωνίας. Ο κόσμος γίνεται απρόβλεπτος επειδή γίναμε εμείς. Και όσο η κεντρική εξουσία αδυνατεί να επεξεργαστεί τα μηνύματα, τόσο θα σκληραίνει το πρόσωπο και τα αντανακλαστικά της – αποδεκτό από μεγάλο κομμάτι των ανθρώπων. Γι’ αυτό μη σε απασχολεί τι λέει ο Βορίδης. Δες ότι πλέον έχει μεγάλο ακροατήριο

Advertisements