To πρόβλημά μου

Greek elections / ΕκλογέςΗ δημοσιογραφία είναι η ωραιότερη δουλειά του κόσμου, αλλά η Ελλάδα είναι η χειρότερη χώρα για να την κάνεις. Ένα νέο παιδί που θέλει να ακολουθήσει το επάγγελμα, δεν πρέπει να έχει μόνο διάθεση. Πρέπει να έχει και προβλήματα. Πιθανότατα και απωθημένα. Υποθέτω ότι το ίδιο ισχύει και για πολλούς από μας που μένουμε στο επάγγελμα. Οι δημοσιογράφοι είμαστε σαν τις πουτάνες: από μία ηλικία και μετά διαπιστώνεις ότι δεν ξέρεις να κάνεις τίποτα άλλα εκτός από το επάγγελμα. Μάλλον, όχι. Οι δημοσιογράφοι είμαστε χειρότεροι από τις πουτάνες-αυτές βγάζουν λεφτά, κάνουν κομπόδεμα.

Κάθε πρωί παρατηρώ το επάγγελμα να τελειώνει έτσι όπως το ήξερα. Αναμενόμενο. Δεν μπορώ να φανταστώ ένα σοβαρό λόγο για τον οποίο να θεωρείτε τη δική μου άποψη σοβαρότερη από το post του φίλου σας στο timeline. Πέραν όλων των άλλων, με το φίλο σας έχετε πιει και μία μπύρα-εμένα στην καλύτερη περίπτωση θα θέλατε να με λούσετε με αυτήν. Δεν είναι μόνο η κακή άποψη που, μεταξύ μας δικαίως, διατηρείτε για μένα. Δεν έχετε χρόνο να ασχοληθείτε μαζί μου. Ακόμα και αν είστε άνεργοι, βυθισμένοι σε καναπέ και με ορό στο χέρι, είναι τόσα αυτά που διεκδικούν την προσοχή σας, ώστε εγώ δεν έχω καμία ελπίδα. Μπορώ, βέβαια, να γίνω μεγαλύτερο νούμερο από αυτό που είμαι. Τότε δεν θα είναι δημοσιογραφία. Όμως φοβάμαι ότι δεν είναι ούτε τώρα. Αυτό το κομμάτι έχει 630 λέξεις. Στατιστικά το 20% των ανθρώπων που το ξεκίνησαν, δεν έχουν φτάσει μέχρι εδώ. Οι άνθρωποι βαριούνται. Θέλουν λίγα λόγια, πολλές εικόνες. Τα social media μπορούν να μετατρέψουν τον μικρόκοσμό σου σε σύμπαν, τη βλακεία σε είδηση. Και τον φίλο σου στον καλύτερο δημοσιογράφο και αναλυτή που διάβασες ποτέ σου. Οι άνθρωποι χρειάζονται όλο και λιγότερους δημοσιογράφους. Αυτό δεν είναι απαραιτήτως κακό. Είναι η ζωή. Και το επάγγελμα του τσαγκάρη πέρασε κρίση. Η ενημέρωση είναι σαν τα παπούτσια. Προτιμάς αυτή που ταιριάζει στα μέτρα σου.

Τα απογεύματα γυρίζω στη γειτονιά με το ποδήλατο. Βλέπω πίσω από τραβηγμένες κουρτίνες ανθρώπους να παρακολουθούν τηλεόραση. Η μιζέρια έχει πρόσωπο ηλικιωμένου που φωτίζεται και σκοτεινιάζει από την οθόνη. Οι νέοι άνθρωποι δίνουν όλο και λιγότερο χρόνο στην τηλεόραση. Στη Δύση ο χρόνος μπροστά στον υπολογιστή έχει υπερβεί τις ώρες μπροστά στην τηλεόραση. Γυρίζονται, βέβαια, καταπληκτικές σειρές-αρκεί οι διαφημιστές να κάνουν τα στραβά μάτια, στο κοινό που κατεβάζει από το δίκτυο και δεν βλέπει τις διαφημίσεις τους. Επίσης βλέπεις ή διαβάζεις απίστευτα ρεπορτάζ ερευνητικής δημοσιογράφιας. Απαιτούν, όμως, τόσο μεγάλο κόστος που μπορείς να τα βλέπεις από μακριά και να τα διαβάζεις μόνο στα αγγλικά. Και επειδή όλο και περισσότεροι άνθρωποι μιλούν και διαβάζουν αγγλικά, ο Guardian κλέβει πελάτες από τα μικρά μας μαγαζάκια. Ναι, εντάξει, προσπαθούμε να απαντήσουμε και εμείς. Τους κλέβουμε τα κομμάτια, βάζουμε απλήρωτα παιδιά να αντιγράφουν ξένα site και μετά τα διδάσκουμε πώς να τυλίγουν με κίτρινο χαρτί κάτι που έγραψε κάποιος άλλος, κάπου αλλού. Α, ναι, βλέπω να έρχονται από πίσω κάποιοι πιτσιρικάδες με ταλέντο, διάθεση και καλύτερες γνώσεις. Αλλά, είπαμε, ο κλάδος περνάει κρίση και εγώ που μπαίνω στη μέση ηλικία δεν θα αφήσω ένα κωλόπαιδο να παίξει με το ενοίκιο μου.

Και εγώ θα γίνω δέκα κομμάτια. Τι δέκα; Χίλια. Θα γράψω εκεί, θα γράψω και πιο πέρα, θα κάνω τούμπες, θα φωνάξω. Σε γενικές γραμμές στα ελληνικά media δημιουργούμε μέτριο προϊόν για ανθρώπους που μπορούν πλέον να έχουν το καλύτερο, απλώς σε άλλη γλώσσα-μέχρι που ένα ευφυές σύστημα μετάφρασης θα δίνει αξιόπιστα το ίδιο άρθρο σε περισσότερες γλώσσες. Ναι, το είπαμε. Είναι η κρίση της βιομηχανίας. Είναι και κάτι παραπάνω. Είναι η υποβάθμιση του δημοσίου λόγου. Δεν το βλέπεις μόνο στα media-αν και από εκεί ξεκινάει το πρόβλημα. Το ακούς στις δημόσιες συζητήσεις, το βλέπεις στη Βουλή, στο δηλώνει το διπλανό τραπέζι στο καφέ. Όλο και πιο συχνά λέω ότι, αν μπορούσα, θα άλλαζα δουλειά. Δεν μπορώ. Πρόβλημα μου. Ναι, αλλά, φοβάμαι όχι μόνο δικό μου.

Advertisements