Γραφιάς

 

writeΈχω την αίσθηση ότι οι άνθρωποι που γράφουν σιγοβράζουν μέσα σε ένα καζάνι με τις σκέψεις τους. Και μετά έρχονται εκείνοι που τους διαβάζουν και τσιμπάνε, τρώνε λίγο-λίγο κομμάτια από μία γδαρμένη ψυχή.

Nομίζω ότι οι γραφιάδες μισούν το γράψιμο. Και το μισούν περισσότερο όταν σηκώνονται από το γραφείο, αφήνουν μία απελπισμένη ματιά στην οθόνη και πηγαίνουν στην κουζίνα για να γεμίσουν το στόμα με μία χούφτα αμηχανία. Μετά κοιτάζουν έξω από το παράθυρο και μοντάρουν μαύρες σκέψεις πάνω στην ακινησία ενός τοπίου που δεν αλλάζει ποτέ, αλλά γίνεται όλο και πιο σκοτεινό.

Η πικρή αλήθεια λέει ότι το γράψιμο δεν αρέσει στον γραφιά. Ο γραφιάς δεν θέλει να γράφει. Του αρέσει να τσαλαβουτάει σε ποπ ανοησίες, να πετάει με την ελαφρότητα του χαβαλέ από σκέψη σε σκέψη, να ονειροπολεί βλακωδώς, να ξεκινάει σενάρια που δεν θα γράψει ποτέ, ιστορίες που θα ξεχάσει μόλις αρχίσει να τις διηγείται στον εαυτό του. Και αυτό, ξέρετε, πρέπει να είναι το μεγαλύτερο πρόβλημα του γραφιά. Όχι η μοναξιά, αλλά η βασανιστική συνεύρεση με τον εαυτό του. Οι περισσότερες δουλειές έχουν την ευλογία να παίρνουν το μυαλό μακριά από τα σκοτάδια της ψυχής. Ο γραφιάς μπορεί να δουλέψει μόνο αν ρίξει φως σε αυτά τα σκοτάδια. Άλλωστε τι πουλάει; Τους φόβους του πουλάει. Η δουλειά του γραφιά δεν είναι ακριβώς τέχνη. Η τέχνη απαιτεί μία σπανιότητα που η γραφή δεν τη χορηγεί. Είναι πολλοί αυτοί που γράφουν και ακόμα περισσότεροι αυτοί που θα είναι καλύτεροι από σένα. Μπορεί να μην το ξέρουν εκείνοι, αρκεί που το πιστεύεις εσύ.

Δεν γνώρισα ποτέ τον Κώστη Παπαγιώργη. Και το έκανα μάλλον συνειδητά. Δεν πρέπει ποτέ να γνωρίζεις εκείνους που διαβάζεις, θαυμάζεις και ακούς. Σου αρκεί μία φορά που έμαθες ότι δεν υπάρχει Άγιος Βασίλης, δεν χρειάζεται να μπήγεις το μαχαίρι στο τραύμα ξανά και ξανά. Δεν χρειάζεται να τους μιλήσεις. Φτιάχνεις μόνος σου τη δική τους φωνή. Δεν πρέπει να απαιτήσεις την ευγένεια τους γιατί για αυτούς ευτυχία είναι η ελαφρότητα της ανεμελιάς. Όμως τον διάβαζα χρόνια τον Παπαγιώργη. Υποθέτω όχι με τον τρόπο που το κάνατε και εσείς. Εγώ ναι, τον περνούσα ένα μάτι προσεκτικό και μετά το έπαιρνα αλλιώς. Το γύριζα από εδώ, το γύριζα από εκεί. Έβλεπα τις γωνίες του κειμένου, την απλότητα που ήταν στημένη χωρίς κόμπους, αλλά με βάθος. Ναι, αυτό είναι. Το κείμενο πρέπει να έχει την απλότητα που ρέει σαν καταρράκτης προς μεγαλύτερο βάθος.

Ο γραφιάς που αναμετριέται με την ουσία και όχι το κάλλος είναι εκείνος που κάνει τέχνη και μπορεί να διεκδικήσει για τις λέξεις του μεγαλύτερη ζωή από τη δική του. Ο Παπαγιώργης ήταν, φυσικά, ένας από αυτούς. Και αν η μνήμη είναι το υποκατάστατο της αθανασίας, ο Παπαγιώργης διατηρεί μία προνομιακή σχέση μαζί της. Θα αργήσει να ξεχαστεί. Η πέτρα που έριξε στη λίμνη θα σχηματίζει κύκλους για πολλά χρόνια ακόμα. Έγραψε υπέροχα πράγματα, αλλά δεν θα γλίτωσε από το μαρτύριο του ανικανοποίητου. Όταν τα έβλεπε τυπωμένα θα έσερνε μία λέξη από εδώ να την πάει εκεί, το μυαλό του θα έσβηνε γράμματα και θα πρόσθετε νότες, εκείνη τη μουσική που μόνο ο γραφιάς ακούει διαβάζοντας το κείμενο του.

Είμαστε πολλοί αυτοί που γράφουμε για δουλειά. Ο Παπαγιώργης το έκανε καλύτερα από όλους όσους ξέρω για αυτό δεν έβγαλε και χρήματα. Εμείς, οι υπόλοιποι, διαβάζουμε τα γραπτά μας και ντρεπόμαστε για όσα αφήνουμε πίσω μας, Όμως αν γράφεις, έστω και το status σου στο facebook, διεκδικείς το δικό σου μικρό μερίδιο στην αθανασία. Θα φύγεις εσύ, αλλά θα μείνουν οι λέξεις σου. Μικρές φλόγες που δεν θα βρουν σκιά να φτιάξουν, μήτε και πνοή για να τις σβήσει.

Advertisements