Μια αλλόκοτη σχέση

ddΠριν η κρίση μας πει την αλήθεια, ο μέσος Έλληνας ήταν πιο ευρωπαϊστής από τον Ντελόρ. Έσπαγαν τα ευρωβαρόμετρα από τις θετικές απόψεις για τους θεσμούς και την ευρωπαϊκή ιδέα-ιδίως για την ιδέα. Ήταν, βέβαια, μία αλλόκοτη σχέση. Ένας λαός, μασώντας τσίχλα, ανακάλυπτε τα ταξίδια στην Ευρώπη, δίνοντας σαρωτική νίκη στο κόμμα που κατήγγειλε την ΕΟΚ και τους Αμερικανούς. Φυσικά, ήταν και μία επωφελής σχέση. Για περισσότερες από δύο δεκαετίες η λαϊκή ματιά έβλεπε την Ευρώπη σαν σπηλιά αραβικού παραμυθιού: πες τα σωστά λόγια και πάρε το χρυσάφι. Δεν ήταν παράλογο. Η ένταξη της χώρας στην ευρωπαϊκή οικογένεια δημιούργησε τόσο μεγάλες ροές κεφαλαίων που τα λεφτά, τα ECU ρε παιδί μου, άρχισαν να θεωρούνται εύκολα και ανεξάντλητα. Είναι η εποχή που εγκρίνονται τα Μεσογειακά Ολοκληρωμένα Προγράμματα. Ένα κομμάτι τους έγινε πιάτα και λουλούδια στα μαγαζιά της παραλίας που-σύμφωνα με το αστείο της εποχής-και μεσογειακά ήταν και ολοκληρωμένα προγράμματα προσέφεραν, με Αντύπα και Πανταζή.

Αν γυρίσετε στο 1990 θα δείτε μία χώρα να προετοιμάζεται για την κοινή αγορά «και την πρόκληση του 1992». Και το χρήμα έπεφτε right through. Δεν φτιάχτηκαν μόνο δρόμοι, αλλά και τζάκια. Οι δε ελληνικές πατέντες λαμογιάς συναγωνίστηκαν περήφανα τις ιταλικές. Από τις υπερτιμολογήσεις υπηρεσιών μέχρι τα έργα που δεν βγήκαν από το χαρτί, η σύγχρονη εκδοχή του κουτόφραγκου προσαρμόστηκε στις αντιλήψεις της εποχής. Η σχέση παρέμεινε αλλόκοτη. Μας άρεσαν τα λεφτά της Ευρώπης, μας ενοχλούσε, όμως, η εξωτερική πολιτική των ισχυρών της. Ήταν εντάξει τα έργα, αλλά μας εκνεύριζαν κάποιες προδιαγραφές. Σταδιακά δε, άρχισαν να αποκτούν ένταση και οι ψίθυροι με τις πολιτισμικές ανησυχίες. Και αν η Ευρώπη πάει μας καταπιεί; Ωστόσο ακόμα και την εποχή που «απαγορεύτηκε το κοκορέτσι», η σχέση του Έλληνα με την Ευρώπη παρέμενε ζεστή. Η Ελλάδα κατέγραφε τα υψηλότερα ποσοστά αποδοχής του ευρώ, πριν το κοινό νόμισμα μπει στις τσέπες των Ευρωπαίων. Και τα διατήρησε, ακόμα και όταν οι παρουσιαστές των ειδήσεων μετέφραζαν την ακρίβεια σε δραχμές.

Οι Έλληνες σταμάτησαν να αγαπούν την Ευρώπη εκείνο το καταραμένο μεσημέρι του 2010, που ο Όλι Ρεν ευχήθηκε «καλό κουράγιο», αλλά στην πραγματικότητα μας έστελνε στον διάολο. Και νομίζω ότι αυτή η βίαιη μεταστροφή θα αποτελέσει σημείο αναφοράς και έρευνας στην ιστορία της πολιτικής και της επικοινωνίας. Η κοινή γνώμη αντιμετώπισε έναν υπερεθνικό θεσμό, με τον τρόπο που απαξίωσε τον Κεντέρη και τη Θάνου. Τα αντανακλαστικά των πολιτών και η στάση των κομμάτων άλλαξαν μέσα σε ελάχιστο πολιτικό χρόνο. Η αποδοχή έγινε απόρριψη. Η ευρωπαϊκή ατζέντα σκίστηκε σε μία κρίση εσωστρέφειας. Το κέρας της Αμάλθειας μάς τρύπησε στα πλευρά. Και η έφεση προς τον λαϊκισμό επένδυσε με ψέμα και φόβο τη ματιά μας. Το χαμηλό επιτόκιο, θεωρήθηκε τοκογλυφικό. Οι αδιέξοδες εμμονές της λιτότητας δημιούργησαν αντίστοιχες εμμονές στην κοινή γνώμη. Ύφαναν θεωρίες συνωμοσίας – «θέλουν να μας εξαφανίσουν». Για πολλούς συμπολίτες μας, η Ευρώπη είναι υπεύθυνη για την περιπέτεια που μας βασανίζει. Γύρω μας υπάρχουν άνθρωποι που πιστεύουν ότι η κρίση σχεδιάστηκε στις Βρυξέλλες και στο Βερολίνο. Η Ευρώπη ήταν τζίνι και έγινε δαίμονας.

Στην πραγματικότητα οι Έλληνες δεν ψηφίζουν για την Ευρώπη, συμμετέχουν σε μία κρίσιμη και αυθεντική δημοσκόπηση, διατηρώντας την πολυτέλεια της χαλαρής ψήφου. Αυτό δεν είναι απαραιτήτως κακό. Έχω την αίσθηση ότι αν ψηφίζαμε απολύτως «ευρωπαϊκά», κάτι αλλόκοτο θα έβγαινε από την κάλπη. Πιθανότατα επειδή ποτέ δεν ήμασταν τόσο Ευρωπαίοι, όσο νομίζαμε. Α, μην μου πείτε ότι η ευρωπαϊκή ιδέα ξεκίνησε από εδώ. Πολλά ωραία πράγματα ξεκίνησαν από εδώ, δεν σημαίνει, όμως, ότι έμειναν και εδώ.

Advertisements