Mid-age midsummer

IMG_5420Ένα από τα μυστικά που σου λέει η μέση ηλικία είναι ότι είχες υπερεκτιμήσει το καλοκαίρι. Πληρώνεις κάτι παραπάνω, αλλά το μαθαίνεις και αυτό. Πρώτα, όμως, πρέπει να γδάρεις τα πόδια στα βράχια, να κάψεις τη πλάτη με κοσμική ακτινοβολία και να εκθέσεις το στήθος στα παγωμένα δάχτυλα της θάλασσας. Να παλέψεις με ανέμους και τέρατα, στα οποία πολύ πιθανό να είσαι αλλεργικός. Να αφήσεις τον ιδρώτα σου παντού. Να κυνηγήσεις τη σκιά πάνω στην άμμο. Η μύτη σου να γευτεί οσμές που θα τρόμαζε να αναγνωρίσει. Μέχρι που έρχεται η κρίσιμη στιγμή. Προσπαθείς να πιάσεις το τιμόνι που καίει και μαζί του πιάνεις και το νόημα. Το καλοκαίρι είναι ένα πλεκτό φτιαγμένο από μικρές απάτες, lifestyle δοξασίες και νεκροζώντανες αναμνήσεις παιδικών χρόνων. Μια ταλαιπωρία. Ναι, συμφωνούμε ότι κάποια πράγματα γίνονται ευκολότερα το καλοκαίρι. Δεν έχεις έξοδα θέρμανσης, ντύνεσαι πιο εύκολα και χαλαρώνουν οι ρυθμοί στη δουλειά-αν φυσικά έχεις δουλειά. Επίσης είναι αλήθεια ότι βελτιώνεις τη σχέση σου με τη φύση, ό,τι έχει επιζήσει τέλος πάντων, ενώ οι βραδιές δύνανται να προεκταθούν ως τις παρυφές της μέρας. Από την άλλη, βέβαια, όλα αυτά έχουν έξοδα και απαιτήσεις. Το καλοκαίρι οφείλεις να σχεδιάζεις διακοπές-δυστυχώς όχι μόνο τις δικές σου. Πρέπει να αδυνατίσεις για να αισθάνεσαι λιγότερη μειονεξία στην παραλία. Στην περίπτωση δε που βιώνεις την πρώτη νιότη, είναι επιτακτική ανάγκη να ερωτευτείς ή να κάνεις ασταμάτητα σεξ, ενίοτε και με αγνώστους. Έρχεται, όμως, η μέση ηλικία με τη μορφή της αγαπημένης σου δασκάλας και σιγά-σιγά λέει την αλήθεια. Προτιμά τα βράδια. Είναι η στιγμή που ακούς στο διπλανό μπαλκόνι το πιρούνι να βρίσκει το πιάτο, όταν κόβει το καρπούζι. Η τηλεόραση του απέναντι κάτι σου λέει με σήματα Μορς και εσύ της απαντάς με σήματα καπνού από το φιδάκι για τα κουνούπια-το μόνο που καίγεται για σένα.

Α, δεν διαφωνώ μαζί σας, το καλοκαίρι είναι σπαρμένο με υπέροχες εικόνες. Όμως φοβάμαι ότι όσο μεγαλώνεις, αγνοείς το τοπίο και προσπαθείς να δεις τις λεπτομέρειες. Πιθανότατα φταίει και η πρεσβυωπία. Τα τελευταία χρόνια ξορκίζω τα καλοκαίρια μου μέσα σε πρόσωπα και μικρές σκηνές.

Βλέπω ένα ζευγάρι, γύρω στα σαράντα, να τρώει σε παραλιακή ταβέρνα. Ένα νεκρό χταπόδι πάει πέρα-δώθε σαν εσώρουχο στο σχοινί, έντομα ηλεκτροβολούνται από το πορτοκαλί φως, ο ιδρωμένος σερβιτόρος έχει δέκα πιάτα στο χέρι, το ηχείο παίζει κάτι παλιό. Και αυτοί αμίλητοι, με μία άβυσσο και μία χωριάτικη ανάμεσά τους. Εκείνη μαυρισμένη, σε άσπρο μακό φόρεμα. Εκείνος πάχυνε. Δεν έχουν τι να πουν. Γιατί τα έχουν πει όλα και ακόμα και τα λόγια κάποτε τελειώνουν.

Rooms to let. Πολυκατοικίες φυτεμένες κοντά σε σκαμμένες αμμουδιές. Γκρίζες. Χρώμα παίρνουν μόνο από τις απλωμένες πετσέτες. Ένα μωρό κλαίει. Μπορεί και περισσότερα. Κάποιος παρακολουθεί δελτίο ειδήσεων. Ανεβάζει τη φωνή εκεί που λέει για τις πυρκαγιές. Ένα καζανάκι σχολιάζει περί κάθαρσης και λύτρωσης. Δύο καυγάδες προσπαθούν να βρουν σιωπή για να κρυφτούν. Μία εφημερίδα βρίσκει με δύναμη στον τοίχο. Αίμα πάνω στο πρόσωπο του παικταρά που θα πάρει ο γαύρος-σκοτώνει έντομα. Και στις πλαστικές καρέκλες του μπαλκονιού γέροι και γριές που κοιτάζουν αμίλητοι κάτω στο δρόμο, λες και μετρούν τα καρπούζια στην καρότσα. Τρία παιδιά τσιρίζουν πίσω από μία μπάλα. Γονείς δεν έχουν τα μαλακισμένα;

Εσύ στην παραλία. Αργά το απόγευμα. Οι σκέψεις έρχονται μαζί με τα κουνούπια. Και σου λένε ότι το πρόβλημα που έχεις με τα καλοκαίρια είναι η πουστιά που σου έπαιξαν όταν ήσουν πιτσιρικάς. Τότε που νόμιζες ότι όλα θα κρατήσουν για πάντα. Τα καλοκαίρια έφαγες τις μεγαλύτερες απάτες της ζωής σου. Διότι, μεγάλε, αυτό που σου λείπει περισσότερο είναι σε κάποιο καλοκαίρι πίσω σου. Το βλέπεις, αλλά δεν μπορείς να γυρίσεις να το πάρεις. Δεν μπορείς να πας πουθενά. Μένεις εκεί, με τα δάχτυλα να σκάβουν την άμμο και τη σκιά σου να μακραίνει στο ηλιοβασίλεμα, μέχρι να γίνει σκοτάδι και αυτή.

Advertisements