Τα πίξελ του χυδαίου

pixelsΗ πρώτη μου αντίδραση ήταν σήκωμα των ώμων και ένα νεύμα από εκείνα που διαγράφουν ή στέλνουν στο διάολο. Για ποιο λόγο ένας άνθρωπος των γραμμάτων, γενικά αποδεκτός, να χαλάει τα σωθικά του με μία «ιδιαίτερη» περίπτωση των social media; Του έγραψα ότι δεν πρέπει να ασχοληθεί. Με διόρθωσε κάποιος άλλος σχολιαστής: «Γιατί να μην ασχολείται; Οφείλει να υπερασπίζεται την τιμή και την υπόληψη του. Αρκετά με αυτά τα σκουπίδια.» Ω, ναι. Αρκετά.

Συνέβησαν περίπου τα εξής: ένα δημοφιλές, ως προς την αναγνωρισιμότητα, πρόσωπο των social media χυδαιολόγησε εναντίον ενός συγγραφέα. Περιέργως ο συγκεκριμένος δεν κρύβεται πίσω από την ανωνυμία. Επιτίθεται επωνύμως, χτίζοντας ένα μεγάλο ακροατήριο το οποίο χαχανίζει παρακολουθώντας όσα γίνονται στην αρένα. Δεν ξέρω για ποιο λόγο ο συγκεκριμένος άνθρωπος εκδηλώνει αυτή τη συμπεριφορά. Είναι πιθανό οι καταβολές της να εμπίπτουν στα όρια του ιατρικού απορρήτου ή να πρόκειται για ιδιαίτερη αντίληψη κοινωνικού ακτιβισμού. Μπορεί να είναι και καλλιτεχνικό concept, δεν είμαι σίγουρος. Περισσότερο με ενδιαφέρει το κοινό που σέρνει πίσω του. Τι είναι όλοι αυτοί που διαβάζουν, αναπαράγουν και ουσιαστικά επιβραβεύουν εμετικά σχόλια, ύβρεις, συκοφαντίες και κραυγαλέα ψεύδη; Είναι σαν να ρωτάω ποιοι παρακολουθούν trash τηλεόραση. Όχι, δεν είναι το ίδιο. Στα social media το ακροατήριο θρέφει την ύβρι, της χορηγεί υπόσταση. Για αυτό και είναι άλλο κάποιος να στάζει χολή και φλέμα μπροστά σε εκατό άτομα και άλλο μπροστά σε αρκετές χιλιάδες. Και κάθε νέος follower ποτίζει το σαρκοφάγο φυτό του θράσους. Και βέβαια όσοι αναπαράγουν τα σχόλια είναι, σχεδόν, συνένοχοι του κατ’ εξακολούθηση υβριστή. Διότι όχι απλώς επιβραβεύουν, αλλά γίνονται και η μαμή της ύβρεως. Σε έναν κόσμο όπου θα υπήρχε δίκαιο και όχι δικαιοσύνη, κάτι θα έπρεπε να γίνει με όλους αυτούς. Δεν μπορεί να γίνει απολύτως τίποτα. Για αυτό και ο συγγραφέας έπραξε αγαθά όταν είπε ότι θα κόψει, έστω λιγάκι, τη μύτη ενός μολυβιού που γράφει με κίτρινο χρώμα. Αρκεί, βέβαια, να μην την ακονίσει στο τέλος.

Τελικώς ανακοίνωσε ότι αφήνει την υπόθεση. Όμως, αλήθεια, πώς κινείσαι αν αποφασίσεις να ακολουθήσεις τη νομική οδό; Πιστεύω ότι σε τέτοιες περιπτώσεις καλόν είναι να μην εγείρονται οικονομικές απαιτήσεις που θα μπορούσαν να υπονομεύσουν το κίνητρο και τις προθέσεις της προσφυγής. Έχουν οικονομική αξία η τιμή και η υπόληψη; Ο ποινικός κολασμός, η ατίμωση, η καταδίκη για το αδίκημα της εξύβρισης θα έπρεπε να αρκεί. Διάβασα διάφορα χαριτωμένα για την ελευθερία του λόγου. Δουλευόμαστε, έτσι δεν είναι; Τι σχέση έχουν τα χυδαία με την κριτική; Πώς συνδέεται η αισχρή ύβρις με το περιπαικτικό αστείο, άντε και τη βλάσφημη σάτιρα; Και εν τέλει, για ποιο λόγο η μοναδική δυνατότητα απάντησης να παραμένει η σιωπή ή το κύλισμα στον ίδιο βούρκο; Αν μη τι άλλο, η προσφυγή στη δικαιοσύνη αποτελεί μία αξιοπρεπή πρόκληση για τον εγκαλούμενο. Του δίνει τη δυνατότητα να επαναλάβει τους ισχυρισμούς του αντιμετωπίζοντας κατά πρόσωπο τον άνθρωπο που εθίγη, προσδίδοντας θεσμική επικύρωση στα επιχειρήματά του. Του κερατά, δεν μπορεί το παλικάρι να είναι τόσο θρασύδειλο, σωστά; Δεν θα είχε πρόβλημα να επαναλάβει όσα έγραψε έχοντας μπροστά του τους δικαστές. Και, σοβαρολογώ τώρα, στον συγκεκριμένο τύπο μπορείς να αποδώσεις εύσημα που τοποθετείται επωνύμως, χρησιμοποιώντας τη γραφικότητα ως άλλοθι. Υπάρχουν δεκάδες, εκατοντάδες άλλοι που πίσω από την ανωνυμία και το πληκτρολόγιο εκφράζουν στο δημόσιο λόγο τα ταπεινότερα των ενστίκτων τους. Και όχι, δεν είναι απαραίτητο να κάνουν κατευθυνόμενες επιθέσεις. Συχνά αρκεί η συμπλεγματική προσέγγιση των πραγμάτων, η ανάγκη για διεκδίκηση της προσοχής, έστω και από αντανάκλαση στην εικόνα ενός άλλου. Από την άλλη, βλέπεις πώς το φαινόμενο αρχίζει και φουσκώνει και λες, δεν μπορεί, δεν είναι ούτε τα συμπλέγματα του ενός, ούτε τα τραύματα του άλλου. Είναι, απλώς, τα πολλά, τα χιλιάδες πίξελς που σχηματίζουν το κοινό μας πρόσωπο.

Advertisements