Οι πολλές ζωές του Νίκου Δήμου

dimouΕίχα διαβάσει μία ιστορία που έλεγε ότι, όταν πεθάνεις, είσαι υποχρεωμένος μία φορά τον χρόνο να συναντάς τον εαυτό σου στις διαφορετικές εκδοχές που υιοθέτησε εν ζωή. Αν, ας πούμε, πήγες κάτω στο χώμα και ψηλά στους ουρανούς στα 70 σου, τότε ναι, θα υποστείς τον εαυτό σου στην εφηβεία, στην πρώτη νιότη, στη μέση ηλικία. Το μακρύ τραπέζι της συνάντησης θα είναι γεμάτο από διαφορετικές αντανακλάσεις του ίδιου προσώπου. Αυτό σε κάποιους μπορεί να φαίνεται γοητευτικό, σε άλλους θα ακούγεται εφιαλτικό. Ας με συγχωρήσει ο Νίκος Δήμου, αλλά τον φαντάζομαι στη μέση του τραπεζιού, σαν Ιησούς που δίνει τον άρτο σε κόπιες του εαυτού του. Ξέρω πώς θα ήταν. Θα ήθελε να σταυρώσει και να σταυρωθεί. Δεν θα ήταν μία συνάντηση καταλλαγής και κατανόησης. Ο μακρύς βίος τέτοιων ανθρώπων είναι πρωτίστως ένα πεδίο μάχης με τον εαυτό τους. Αλλιώς θα ήταν βαρετός. Και δεν θα υπήρχε λόγος να είναι και μακρύς.

Τους τελευταίους δύο-τρεις μήνες πήγαινα για ύπνο έχοντας τη ζωή του Νίκου Δήμου στα χέρια μου. «Οι δρόμοι μου» είναι ο τίτλος της αυτοβιογραφίας του. Βασανίστηκα. Το έπιασα κάπου στις εκλογές, αλλά χάθηκε ο χρόνος. Και μετά, από την πίεση της δουλειάς, το άνοιγα στο κρεβάτι, ταλαιπωρημένος από τη μέρα, αποκαμωμένος στη νύχτα. Διάβαζα ένα κεφάλαιο κάθε βράδυ, όπως στα μοναστήρια διαβάζουν το ευαγγέλιο όσο διαρκεί το δείπνο. Εκλεινα το φως και άναβαν τα φώτα πάνω στα πρόσωπα του έργου. Κόλλησα ένα βράδυ στην Gudrun: «Ηταν ο πιο παθιασμένος άνθρωπος που έχω συναντήσει. Εγώ ο ανηθικολόγος θα χρησιμοποιούσα γι’ αυτήν λέξεις έκδοτη, έκλυτη, ακόλαστη.» Μετά σταμάτησα να βλέπω, πρόσωπα, άρχισα να εστιάζω περισσότερο στον Δήμου. Γόνος μίας συμβατικής, μίζερης ένωσης δύο αστών. Παιδί μίας φιλάσθενης και παραμελημένης γυναίκας και ενός υψηλόβαθμου, αυστηρού γραφειοκράτη, που αλυσοδέθηκε σε έναν αποτυχημένο γάμο. Τι θα γινόταν ο Δήμου αν η μοίρα τον έσπερνε σε άλλον κήπο; Κάτι διαφορετικό. Η ζωή, όμως, του φύτεψε στα γονίδια πολλά από τον οικογενειακό κοσμοπολιτισμό της μητέρας του και αρκετά από το πείσμα και την τελειομανία του πατέρα του. Και, πιστεύω, είναι ο πατέρας του που τον στοιχειώνει, τον καταλαμβάνει ολόκληρο, όταν παραπονιέται επειδή η ιδιότητα του λογοτέχνη δεν είναι η πρώτη που του αποδίδεται.

«Στις ανθρώπινες σχέσεις δεν υπάρχει «λογική» και «ηθική». Υπάρχουν ανάγκες και ένστικτα, δύναμη και αδυναμία»

Τι άνθρωπος είναι ο Νίκος Δήμου; Θα καταπιείς 650 σελίδες, αλλά δεν θα βρεις τη λέξη. Ενας ευφυής άνθρωπος που μισεί τον εαυτό του. Αυτή είναι μία δίκαιη περιγραφή. Και ναι, ως ευφυής οφείλει να αποστρέφεται, να οικτίρει τον εαυτό του, αφού αντιλαμβάνεται τις αδυναμίες, τις αστοχίες, τις ατέλειες. Είναι δε αρκετά έξυπνος ώστε να αποφύγει τη ψυχοθεραπεία. Για ποιο λόγο να συναντηθεί με τον εαυτό του όταν δεν τον αντέχει; Η ευφυία γεννά πάντα δυστροπία. Λάθος. Ο Δήμου δεν είναι δύστροπος. Οι άλλοι είναι ηλίθιοι. Ο ορθολογισμός σέρνει πίσω του οργή όταν η βλακεία γύρω ξεπερνά τα όρια. Η διεισδυτική ματιά πάντα αποκαλύπτει τον πόνο της ύπαρξης. Ανθρωποι σαν τον Δήμου αισθάνονται μόνοι, ακόμα και όταν δεν είναι. Διότι αν δεν είναι μόνοι, είναι μοναδικοί. Όμως τις περισσότερες φορές οι μοναδικοί είναι και μόνοι.

Ο Δήμου, λοιπόν, ήθελε να γίνει λογοτέχνης, ποιητής. Εγινε πολλά περισσότερα. Δεν ξέρω για σας, αλλά για μένα το να αγοράζεις μία Πόρσε το 1975 είναι ποίηση. Το να κλείνεις την πόρτα σε αυτό που δεν σου αρέσει, θέλει τέχνη. Οι λογοτέχνες ορίζονται από το έργο τους, απλώνουν ένα συρματόπλεγμα γύρω τους. Ο Δήμου ανοίγει ορίζοντες. Οι λογοτέχνες υιοθετούν σταθερό κώδικα. Ο Δήμου κατασκευάζει συνέχεια καινούργιο. Στην έκθεση για τα 80 χρόνια του, που πραγματοποιήθηκε στο Μουσείο Μπενάκη, έμεινα να χαζεύω σε έναν τοίχο τα σλόγκαν που γέννησε. Από το «Δεν Ξεχνώ» ως το «Ψεκάστε, Σκουπίστε, Τελειώσατε» μεγαλουργεί η απλότητα της ευφυίας. Και, εν τέλει, όταν έχεις γράψει το «Η δυστυχία του να είσαι Ελληνας», έχεις πουλήσει μισό εκατομμύρια αντίτυπα σε 40 χώρες, πώς μπορείς να ασχολείσαι με την απουσία του ονόματος σου από υποψηφιότητες και βραβεία; Εκτός και αν είναι ένα υπόλειμμα ψυχής από τη μάνα, που, όπως γράφει ο υιός Δήμου, αντλούσε την προσοχή με το παράπονο.

«Και νέος, νεότατος θα πεθάνω, όποτε συμβεί αυτό, και θα είμαι κατάπληκτος που μου έτυχε το μηδέν στα νιάτα μου»

Ο Δήμου κάποτε φοβόταν τον θάνατο. Εφτασε στα 80 και είναι μια χαρά. Εχει καταλάβει πώς είναι μάταιο να φοβάσαι το αναπόφευκτο. Και, αν μη τι άλλο, ο φόβος του θα έκρυβε αυθάδεια. Πώς να παραπονεθείς ως θνητός, όταν έχεις ζήσει πολλές ζωές μέσα σε μία; Μα, θα πείτε, ακριβώς αυτό, η πλούσια γεύση της ζωής σε κάνει να την ποθείς περισσότερο. Η αγωνία μπροστά στο φόβο της ανυπαρξίας μεγαλώνει. Δεν θα έπρεπε. Αν ο Δήμου είναι μία πέτρα που έπεσε στη λίμνη, οι κύκλοι στο νερό θα σχηματίζονται ακόμα και όταν έχει φτάσει στο βυθό. Και επειδή η μνήμη είναι το μοναδικό υποκατάστατο της αθανασίας, ο Νίκος Δήμου έχει το προνόμιο να φοβάται λιγότερο.

Advertisements