Τι ονειρεύεται πια η Ντόρα;

ntora«Δεν υπάρχει καμία αμφιβολία…» Ο πολιτικός λόγος του Κωνσταντίνου Μητσοτάκη είχε πάντα δύο εκφράσεις-σημαδούρες. Μία για την απουσία αμφιβολιών και άλλη μία για την ειλικρινή εκφορά των θέσεών του. «Και γιατί να το κρύψομε άλλωστε;» Στα παιδιά του κληροδότησε την πρώτη. Ακουγα την ομιλία του Κυριάκου στην Κοινοβουλευτική Ομάδα και σε ορισμένα σημεία έπιανα ψιθύρους του πατέρα του και τη χροιά της αδερφής του. Και η Ντόρα ναι, ήταν εκεί, στα βουλευτικά έδρανα, αλλά για μερικές στιγμές ανέβαινε στο βήμα ως στιγμιαία ψευδαίσθηση. Κρατάει λιγότερο από ένα παίξιμο των ματιών, αλλά όταν ακούς έναν Μητσοτάκη νομίζεις ότι στα αυτιά σου φτάνουν ως ηχώ και οι υπόλοιποι. Για τη Ντόρα θα είναι σίγουρα πιο δύσκολο. Αν εμείς ακούμε φωνές, εκείνη βλέπει σκιές. Πρώτα του πατέρα, μετά του αδερφού της.

Την έβλεπα, λοιπόν, στα έδρανα των βουλευτών. Ακουγε και εκείνη τον αρχηγό να μιλάει με μία φωνή που ήταν και δική της. Και προσπαθούσα να καταλάβω τι σκέφτεται, τι γεννά η καρδιά και τι θρέφει το μυαλό της. Είναι ευτυχής, πολιτικά, η Ντόρα; Και τι είναι αυτό που την κάνει τώρα να σέρνει τα πόδια της σε συνεδριάσεις, κομματικές διαδικασίες και επίσημες εκδηλώσεις; Τι αφήνει πίσω της η φιλοδοξία όταν πεθάνει; Υποθέτω ένα κενό που δεν ξέρεις πώς να το γεμίσεις. Και όμως, οι σκηνές από τον πολιτικό βίο της Ντόρας Μπακογιάννη, έχουν φώτα, κόκκινα χαλιά, πρωταγωνιστές και κομπάρσους. Ομως εδώ δεν έχει σημασία τι βλέπουμε εμείς, αλλά τι αισθάνεται η ίδια.

Πόσα χρόνια είναι η Ντόρα κοντά μας, στα κοινά; Από το 1989, από τότε δηλαδή που εξελέγη στην Ευρυτανία, τόπο καταγωγής του συζύγου της. Τότε την κατηγόρησαν ότι έκανε το δάκρυ κύμα για να ανέβει, αλλά, εντάξει, κόρη του Μητσοτάκη ήταν, μπορούσε αν ήθελε να το πάρει και αλλιώς. Και αφού επένδυσε την «προίκα», πήρε πίσω καλές αποδόσεις: Υπουργός Εξωτερικών, υπουργός Πολιτισμού, Δήμαρχος Αθηναίων. Μακράν η πιο επιτυχημένη γυναίκα στην πολιτική σκηνή. Το πρόβλημα, για την ίδια, είναι ότι για αλλού ξεκίνησε και αλλού την έβγαζε η ζωή. Η Ντόρα ήθελε να γίνει πρωθυπουργός. Στην κρίσιμη στροφή την προσπέρασε ο άνθρωπος που η οικογένεια της μίσησε όσο κανέναν άλλον. Και μετά ο ίδιος άνθρωπος στήριξε τον αδερφό της, λες και ήθελε να τον μετατρέψει σε καθρέφτη της δικής της αποτυχίας. Γιατί να το κρύψομε άλλωστε; Στην επιτυχία του Κυριάκου η Ντόρα βλέπει τη δική της αποτυχία στο στοίχημα που έβαλε με τη ζωή και τον εαυτό της –οποιοσδήποτε άλλος άνθρωπος θα αισθανόταν πλήρης στη θέση της. Η Ντόρα δεν πήγε την Κυριακή στη Χαλκοκονδύλη να πανηγυρίσει με τον αδελφό της. Ακόμα και αν δεν το προσέξατε εσείς, το σημείωσε ο Κυριάκος.

Είπε την Πέμπτη στον BHMA FM 99,5: « Ο,τι μου ζητήσει ο Κυριάκος θα το κάνω. Καθένας έχει την τύχη του σ’ αυτή τη ζωή και το να κάθεσαι και να σκέφτεσαι πικρίες ή προβλήματα ή συναισθηματισμούς… ». Αλλά και πάλι, αν της ζητούσε κάτι, όλο και κάποιος θα έλεγε κάτι: «Κανένας δεν θα έλεγε “μα, η Ντόρα είναι 25 χρόνια βουλευτής, έχει κάνει Δήμαρχος, είναι ένα πολιτικό στέλεχος, το οποίο τέλος πάντως πήρε 40% ακόμα και με αυτή την απίστευτη εκλογή που έγινε το 2009, ενδεχομένως δικαιούται να έχει μία άποψη”. Τίποτα, θα ερχόταν όλος ο κόσμος και θα έλεγε “άντε βρε, είναι η αδελφή του Κυριάκου”. Και λέω, κοίταξε να δεις η μοίρα των γυναικών, είσαι ή αδελφή ή κόρη κάποιου!»…

Τίποτα δεν θα της ζητήσει. Και τι θα μπορούσε, αλήθεια, να προσφέρει ο Κυριάκος στην αδελφή του; Να την κάνει, στο μέλλον, υπουργό ή επίτροπο; Ελάτε τώρα… Ακόμα και αν αξιολογούσε θετικά την επάρκεια της, ο τρόπος με τον οποίο πολιτεύεται ο Μητσοτάκης δεν θα άφηνε περιθώριο για κάτι τέτοιο. Και η Ντόρα; Τι θα μπορούσε να περιμένει πέρα από αξιοπρεπείς επιδόσεις στην Α΄ Αθηνών; Τίποτα άλλο εκτός από την ανομολόγητη δικαίωση μέσα από το γιο της. Περίεργο δεν είναι; Στον πατέρα είδε τη φιλοδοξία, στον αδελφό τη ματαίωση της και στο γιο την τελευταία ευκαιρία. Αλλά η Ντόρα είναι και γιαγιά.

Advertisements