Τσινάρι ή φρικιό;

«Τσινάρ» είναι o πλάτανος στα τουρκικά. Τσινάρι είναι μία γειτονιά στην Άνω Πόλη της Θεσσαλονίκης που κατάφερε και έσωσε το όνομά της χάρη σε ένα ουζερί – τα περισσότερα τουρκικά τοπωνύμια έφυγαν με τα πρώτα χρόνια του εικοστού αιώνα.  Για λόγους που δεν είναι της στιγμής, το «Τσινάρι» υιοθετήθηκε στη slang των 70s για να περιγράψει τους νέους που προσπαθούσαν να ντυθούν μοντέρνα και κατέληγαν σαν BMW Λαζογερμανού – τα είχαν όλα εκτός από βελέντζα στους ώμους.

Τα «τσινάρια» ήταν πρώιμοι κάγκουρες, οι πρώτοι κλαρινογαμπροί. Φορούσαν στενά παντελόνια «σωλήνα», παπούτσια με μύτη που σκοτώνει κατσαρίδα σε γωνία και κάτι χρωματιστό από πάνω. Ναι, μπριγιαντίνη στο μαλλί και ασημένια ταυτότητα στο χέρι. Όμως αυτό που σε έκανε «τσινάρι», ήταν το παντελόνι, το οποίο έπρεπε να είναι τόσο στενό, λες και το χτύπησες τατουάζ. Η στιλίστικη μεθόδευση ήταν στοχευμένη: το τσινάρι όφειλε να πάρει αποστάσεις από την αισθητική των 60s-70s με τα παντελόνια «καμπάνα» και τα πέτα που, αν είχε αέρα, μπορεί να έβγαζαν κανένα μάτι. Όλοι αυτοί σύχναζαν έξω από ένα ζαχαροπλαστείο στην Τσιμισκή, την «Ωραία». Λίγο πιο κάτω ήταν το «Αχίλλειο» και ο «Θερμαϊκός», φρικοκαφενεία του αντιεξουσιαστικού χώρου. Έφευγαν, λοιπόν, τα φρικιά με τα γιαούρτια Δορκάδας στο χέρι για να κυνηγήσουν τσινάρια. Οι άλλοι τους περίμεναν με αυγά.

Ναι, στην αντιπαράθεση υπήρχε ένα στοιχειώδες πολιτικό υπόβαθρο με τα φρικιά να έρχονται από την Αριστερά. Στην πραγματικότητα, όμως, η κόντρα ήταν αισθητική. Και γεννήθηκε από την προδιάθεση των ανθρώπων να ανοίγουν μέτωπα και χαρακώματα. Και η πιτσιρικαρία της πόλης έπρεπε πια να διαλέξει στρατόπεδο. Τσινάρι ή φρικιό; Ήταν στάση ζωής, όχι αστεία. Μόνο η μεγάλη αγκαλιά του ΠΑΟΚ τους χωρούσε όλους. Ούτε ο Ιησούς στο κατηχητικό δεν μπορούσε να ανοίξει την αγκαλιά του όσο ο Δικέφαλος τις φτερούγες του. Πήγαινα και στα δύο και έχω αξιόπιστη άποψη.

Δεν είναι λίγοι αυτοί που ισχυρίζονται ότι το «κόπι πάστε» του Πολάκη είναι επιτηδευμένο για να δηλώσει τις λαϊκές καταβολές του ανδρός. Εννοείται ότι είναι επιτηδευμένο. Ο άνθρωπος εισπράττει ηδονή και αγάπη. Από τη μία η χλεύη του βοθροκάναλου και από την άλλη η αγάπη του απλού λαού. Ούτως ή άλλως, ο ψηφοφόρος του Πολάκη δεν αντιλαμβάνεται το λάθος. Το πολύ να πιστέψει ότι ο εκλεκτός του μιλάει λατινικά καλύτερα και από τον Ιούλιο Καίσαρα. Και οι άλλοι στο ΥΠΕΞ μια χαρά αγγλικά μιλάνε. Θα διαβάζουν έξω το «picking a fight for someone else’s barn» και θα ψάχνουν να δουν ποιος συμβολισμός κρύβεται μέσα στον αχυρώνα. Για ποιο λόγο να μαλώνουν δύο για έναν αχυρώνα; Τουλάχιστον αν τους βάζαμε και τους γαϊδάρους, μπορεί να έφτιαχναν μία εικόνα. «Some in the neighbour». Και λες ότι είτε είναι πολύ kinky και άτακτη είτε δαιμονισμένη. Άλλη εξήγηση δεν χωράει. Πώς διάολο συνέβη αυτό; Όχι, αυτό δεν ήταν επιτηδευμένο. Λαϊκά παιδιά έγραψαν την ανακοίνωση, μετακλητοί υπάλληλοι που πλαισιώνουν τώρα το γραφείο του υπουργού. Συριζόπουλα που ήταν έξω, στους αγώνες, στο δρόμο, στη μάχη της αφίσας. Ο μπαμπάς τους δεν μπορούσε να τους στείλει πιο πέρα από την «Ευρωγνώση» της γειτονιάς.

Θα βγει ο Γιώργος ο Κυρίτσης να το εξηγήσει. Και ο Νίκος ο Φίλης με τεντωμένο το δάχτυλο θα σου πει πως πρέπει να αισθάνεσαι ταξικές τύψεις που το συριζόπουλο δεν τα έχει καλά με τα αγγλικά. Και θα έρθει το συνέδριο για να πει ο ίδιος ο Τσίπρας ότι αυτά είναι περιστατικά που επιβεβαιώνουν την οργανική σχέση του ΣΥΡΙΖΑ με το λαό. Και στο τέλος μένεις εσύ που πρέπει να διαλέξεις. Ακόμα και αν δεν θες να το κάνεις, θα το κάνει ο διπλανός σου. Αν δεν πας μαζί του, είσαι με τους άλλους. Πάντα δεν πρέπει να υπάρχει ένα δίλημμα; Aριστερά ή Δεξιά; Με το λαϊκό ή με τις ελίτ; Με το δημόσιο σχολείο ή το ιδιωτικό; Χάρβαρντ ή Πάντειο; Λαός ή Κολωνάκι; Τσινάρι ή φρικιό στη Θεσσαλονίκη των 80s; «Κνίτης», θα απαντούσε ο πονηρός Πολάκης.

Advertisements