Πολιτική της ατάκας


Το Ποτάμι έκανε το πρώτο πολιτικό σποτ στο οποίο ακούγονται λέξεις που δεν θα μπορούσαν να βγουν από τηλεοπτικό δέκτη, θα τις «έκοβαν» οι διατάξεις περί ασέμνων και ευπρέπειας. Είναι ένα σύντομο βίντεο που περιγράφει την εκδοχή του κόμματος για τα μισθοδοτούμενα από την κυβέρνηση τρολ.

Πριν από μερικά χρόνια το θέμα θα είχε φτάσει στην ολομέλεια της εθνικής αντιπροσωπείας, πιθανότατα θα απασχολούσε και τα τηλεοπτικά δελτία ειδήσεων. Είναι δυνατόν σε σποτ κοινοβουλευτικού κόμματος να ακούγονται τέτοιες λέξεις; Βέβαια ασχολήθηκε το twitter, κατά βάση εκείνοι που νομίζουν ότι θίγονται, πλην όμως κανένας δεν ενοχλήθηκε από τις λέξεις που εκστομίζει ο πρωταγωνιστής του σποτ.

Ο Αλέξης Τσίπρας έκανε ένα πραγματικά έξυπνο και ορθογραφημένο tweet προς τον Κυριάκο Μητσοτάκη, μετά την πρόκριση της Μπαρτσελόνα επί της Παρί. Και ο Μητσοτάκης γύρισε εξίσου καλά τη μπαλιά στο πινγκ πονγκ της ατάκας. Μετά η μπάλα έφυγε από το τραπέζι, πήγε και χτύπησε κατακούτελα τη Φώφη που έγραψε ότι είναι με την εθνική Ελλάδας, για να της θυμίσει ο Θεοδωράκης ότι η ομάδα μας δεν παίζει στο Champions League. Είναι απορίας άξιο γιατί δεν ακολούθησαν και οι άλλοι. Ο Καμμένος να λέει ότι η Παναγιά υποστηρίζει Ρεάλ, που είναι βασίλισσα. Ο Λεβέντης να ζητά μικτή Ευρώπης. Και ο Κουτσούμπας να θυμίζει ότι και οι λαοί μπορούν να κάνουν ανατροπή αντίστοιχη αυτής που πέτυχε η Μπαρτσελόνα.

Δεν είναι καινούργιο: πάνε χρόνια από τότε που η πολιτική επικοινωνία ξεκινάει τη μέρα της στα social media και την κλείνει στα βραδινά δελτία με όσα είπε στην κοινωνική δικτύωση. Ο Καμμένος, ας πούμε, έκανε κόμμα από το facebook και είναι μακράν η πιο πετυχημένη περίπτωση προς μελέτη στο ελληνικό περιβάλλον. Ο Τραμπ επαναπροσδιόρισε όρους και κανόνες με τα εξοργιστικά ηλίθια tweets τις πρώτες πρωινές ώρες. Η καμπάνια του Brexit κέρδισε έδαφος με την αναπαραγωγή εξωφρενικά ψευδών υποσχέσεων που συσκευάστηκαν ωραία σε μορφή tweets. To έκανε και ο Ομπάμα το 2008, απλώς εκείνος χρησιμοποίησε τα social media για να προσεγγίσει στοχευμένα, με προτάσεις πολιτικής, κοινό με συγκεκριμένα δημογραφικά χαρακτηριστικά.

Τα social media, λοιπόν, υποτίθεται ότι διευρύνουν το πολιτικό ακροατήριο και το πεδίο του δημοσίου λόγου. Κατά την παραδοσιακή πολιτική προσέγγιση, ενισχύουν το συμμετοχικό χαρακτήρα της δημοκρατίας, ενδυναμώνουν το πολίτευμα. Η αλήθεια, βέβαια, είναι διαφορετική. Τα social media ανέδειξαν τη βλακεία και τη θεωρία συνομωσίας σε κρίσιμες πολιτικές παραμέτρους. Και επέτρεψαν στην πολιτική να αλλοιώσει την πραγματικότητα τόσο εύκολα, όσο ποτέ στο παρελθόν.

Εκαναν και κάτι ακόμα: περιόρισαν τον πολιτικό λόγο στα όρια της ατάκας, του χαβαλέ, της «εξυπνάδας». Χρόνο με το χρόνο ο δημόσιος λόγος υστερεί σε ουσία και ενισχύεται σε ένταση. Και οι πολιτικοί είναι πλέον περισσότερο σχολιαστές και λιγότερο παραγωγοί ιδεών. Στην Ελλάδα είναι πια κανόνας. Οι πολιτικοί χρησιμοποιούν  τα social media για να προσβάλλουν τους αντιπάλους τους, για να αποδομήσουν ή, καλύτερα, για να χλευάσουν στάσεις και όχι θέσεις. Αυτό μεταδίδεται στην κοινωνία. Η κοινή γνώμη προσλαμβάνει ως πολιτικό λόγο τα tweets και καλλιεργεί αντίστοιχες προσδοκίες για τη συνέχεια. Η εκφορά λόγου με ακρότητες έρχεται ως αναπόφευκτη επιλογή από τον πολιτικό που αντιλαμβάνεται ότι για να ακουστεί πρέπει να φωνάξει.

Πιθανότατα δεν θα μπορούσε να γίνει και αλλιώς. Στα social media είμαστε όλοι. Εκείνοι που φωνάζουν πιο δυνατά, ακούγονται και περισσότερο. Οι πολιτικοί παίζουν με τους κανόνες της νέας αντίφασης των καιρών μας. Ποτέ, μα ποτέ, τόσο πολλοί άνθρωποι δεν είχαν τόσα λίγα για να πουν.

Advertisements