Οταν φοβάμαι

Τα βράδια πηγαίνω στις Ηνωμένες Πολιτείες. Για την ακρίβεια έρχονται αυτές σε μένα. Και φέρνουν ύπνο. Άλλοι μετρούν προβατάκια, εγώ τις ΗΠΑ. Μία προς μία. Μπορώ να σας πω και τις πενήντα, αν δεν κοιμηθώ. Με κάθε τρόπο. Με τη φορά του ρολογιού ή και αντίστροφα. Διαγωνίως, οριζοντίως, καθέτως. Τώρα δουλεύω το σχήμα σταυρού με ακτίνες. Και καθώς το επεξεργάζομαι, βάζοντας στη μία άκρη το Όρεγκον και στην άλλη τη Βόρεια Καρολίνα, βυθίζομαι στον ύπνο ξαπλωμένος στη ράχη μίας νταλίκας που διασχίζει τη Μοντάνα. Πιο παλιά δεν ήταν τόσο εύκολο.

Ούτε τώρα είναι, απλώς έχω βρει αυτή τη δικαιολογία. Λέω στο φόβο να περιμένει επειδή πρέπει να μετρήσω Πολιτείες. Και η αλήθεια είναι ότι τις περισσότερες φορές πιάνει. Δίνει ύπνο με σουρεαλιστικά όνειρα. Το πρωί βρίσκω στο μαξιλάρι μου σκόρπιες λέξεις, νούμερα από λογαριασμούς (κυρίως αυτά) και σκίτσα προσώπων που πίστευα ότι έχω ξεχάσει. Κάποτε έβρισκα και τρίχες. Όμως αυτές μου έχουν τελειώσει. Λένε ότι ο άνθρωπος, λίγο πριν κοιμηθεί, έχει την ευκαιρία να κάνει τον απολογισμό της ημέρας και να συνομιλήσει με τον εαυτό του. Σε μένα δεν λετιουργεί έτσι. Κλείνω τα μάτια και ανάβουν δυνατά φώτα ανάκρισης. Φωτίζουν τα πάντα, μεγαλώνουν τις σκιές και κάνουν την καρδιά να χτυπάει πιο γρήγορα.

Αυτό υποθέτω ότι περιγράφεται ως άγχος ή και ως αγνός και αυθεντικός φόβος. Διότι η φυσιολογική κατάσταση ενός θηλαστικού στον ανεμοδαρμένο κόσμο μας είναι να φοβάται. Φοβάσαι όπως ο σκαντζόχοιρος τα νύχια του αετού. Απλώς εσύ φοβάσαι περισσότερα. Διαβάζω μία βρετανική έρευνα. Έγινε, λέει, σε δύο χιλιάδες ανθρώπους και επιχειρεί να ιεραρχήσει τους φόβους τους. Ναι, αυτό που φοβόμαστε περισσότερο είναι ο θάνατος. Ο δικός μας ή κάποιου αγαπημένου προσώπου. Φοβόμαστε τη βία, μην πέσουμε θύματα ληστείας, μη μας εγκαταλείψει ο σύντροφός μας, μη χάσουμε τη δουλειά ή το σπίτι.

Ζούμε μία ζωή προσπαθώντας να αντιμετωπίσουμε φόβους. Και οι φόβοι σου έχουν πάντα περιεχόμενο, σχήμα και ύψος. Μπορείς να περιγράψεις με εφιαλτική ακρίβεια αυτό που φοβάσαι. Δεν μπορείς, όμως, να κάνεις το ίδιο με την ευτυχία. Ακόμα και όταν αισθάνεσαι ευτυχισμένος ένας μικρός φόβος είναι ικανός να ραγίσει το ακριβό σου κρύσταλλο. Όταν φοβάσαι, όμως, είναι αδύνατο να ανακαλέσεις όσα σε κάνουν χαρούμενο. Οι φόβοι σου έχουν διάρκεια, είναι πάντα εκεί. Ορίζουν τη ζωή σου. Αυτά που κάνεις και εκείνα που φοβάσαι να κάνεις. Και όσο μεγαλώνεις, φοβάσαι περισσότερο.

Μέχρι να φτάσεις σε ένα σημείο που δεν έχεις τίποτα να φοβάσαι. Όλο και περισσότεροι φίλοι μου κάνουν ψυχοθεραπεία. Και μετά τις συνεδρίες, διηγούνται πώς βυθίστηκαν σε ένα κλάμα σπαρακτικό, λες και ήταν όλη τους η ύπαρξη φτιαγμένη από δάκρυα. Εγώ δεν έχω το θάρρος να το κάνω. Στο δικό μου κόσμο η ζωή είναι μία διαρκής προσπάθεια για να αποφύγεις τη συνάντηση με τον εαυτό σου. Για ποιο λόγο να κλείσεις ραντεβού μαζί του; Όμως έκανα μία πρόχειρη έρευνα για τις πωλήσεις αντικαταθλιπτικών και ψυχοφαρμάκων τα τελευταία χρόνια. Από το 2009 ως το 2014, οι πωλήσεις των αντικαταθλιπτικών αυξήθηκαν κατά ένα εκατομμύριο κουτιά. Το αγχολυτικό Xanax πουλάει περισσότερα κουτιά από την ασπιρίνη – σοβαρολογώ. Το Lexotanil είναι ακόμα πιο ψηλά, βρίσκεται κοντά στην πρώτη δεκάδα των δημοφιλέστερων σκευασμάτων που καταπίνουν οι  Έλληνες.

Και ναι, αυτή η τάση είχε αρχίσει να διαφαίνεται πριν ξεσπάσει η κρίση, από τότε που ζούσαμε στο άλλο σύμπαν. Βλέπω ανθρώπους χαπακωμένους και αναρωτιέμαι μήπως ξέρουν κάτι που εγώ αγνοώ. Και ταυτοχρόνως παρατηρώ ευτυχισμένα post στο Facebook, μπουκέτα από ανθισμένα χαμόγελα να γεμίζουν τις οθόνες, χαρούμενα τραγούδια στο ραδιόφωνο. Τι στο διάολο συμβαίνει; Καταπίνουν οι άνθρωποι χάπια για να παριστάνουν τους χαρούμενους ή τελικά ζούμε δύο ή και τρεις ζωές ο καθένας; Μία μέσα στην κατάθλιψη και άλλη μία έξω; Βλέπω στο θέατρο ή στο μπαρ τους ανθρώπους να γελούν. Και θα ήθελα να ξέρω τι γίνεται μέσα τους, όταν το γέλιο σβήνει και η σιωπή πέφτει σαν μαύρη κουρτίνα. Όμως φοβάμαι να ρωτήσω.

Advertisements