Στο μυαλό του Ακη Τσοχατζόπουλου

Στον Ακη μπορεί να μην έκανε εντύπωση το ποσό, όμως εγώ θα του έδινα ό,τι έχω και δεν έχω για να μπω μία ώρα μέσα στο μυαλό του. Α, ναι, δεν φαντάζεστε πόσο θα ήθελα να μάθω τι συμβαίνει εκεί μέσα. Τι γεννιέται στις συνάψεις αυτού του μυαλού, του ταλαιπωρημένου από το γήρας, την αρρώστια και τα φάρμακα.

Ο Ακης θα κοιμάται πια στο σπίτι του, στο Χαλάνδρι. Μπορεί και το καλοκαίρι, αν είναι καλά, να ανέβει Χαλκιδική, δεύτερο πόδι. Γρήγορα το όνομά του θα σβήσει από τα νέα, θα ξεπλυθεί όπως η σκόνη από τη βροχή. Θα ξαναβγεί στην αναγγελία του θανάτου του και σε μία νεκρολογία που θα γραφτεί σαν κατηγορητήριο. Και μετά, ακόμα και όταν κανένας από μας δεν θα είναι πια εδώ, το όνομα του Ακη θα ανασύρεται για να αφηγηθεί μία ιστορία ανθρώπινης απληστίας. Αν οι πολιτικοί όντως αγωνιούν για την υστεροφημία τους, τότε ο Ακης είναι σαν να πέθανε και βρίσκεται ήδη στην κόλαση.

Ομως ο Ακης είναι εδώ, ζωντανός. Σκληρό καρύδι και ανθεκτική κράση. Δεν είναι και εύκολο να πλαγιάζεις στα τσιμέντα όταν έχεις μάθει να κοιμάσαι στα πούπουλα. Και ο Ακης άντεξε. Κράτησε το στόμα του κλειστό, δεν πήγε να πάρει και άλλους στο λαιμό του. Ποιος ξέρει, μπορεί και να φοβήθηκε ότι ένα πρωί θα τον βρουν παγωμένο στο κελί ή κάποιοι θα έκαναν το παν για να σαπίσει ζωντανός εκεί μέσα. Αν όμως μιλούσε, αν περιέγραφε στο λαό τη δική του εκδοχή της Μεταπολίτευσης, το ευεργέτημα του θα ήταν τόσο σπουδαίο, ώστε ο ίδιος θα μπορούσε να ικετέψει για συγχώρεση. Δεν το έκανε ούτε αυτό. Και εμείς πάντα θα απορούμε αν ο Ακης είναι η διεφθαρμένη εκδοχή της πολιτικής ή μία όψη του αληθινού της προσώπου.

Βγαίνει από τη φυλακή. Μαζεύτηκαν, λέει, διακόσια χιλιάρικα από φίλους. Ενας… ύμνος στη φιλία. Και θα περνάει τις μέρες του ξαπλωμένος σε ένα αναπαυτικό κρεβάτι, έχοντας απέναντι του μία τηλεόραση. Θα βλέπει ειδήσεις ο Ακης; Εχουν οι άνθρωποι σαν τον Ακη καμιά αγωνία για το μέλλον της χώρας; Είναι πατέρας μικρού παιδιού, θα μου πείτε. Α, εντάξει τότε.

Ωστόσο θα υπάρχουν εκείνες οι καταραμένες στιγμές που σκεπάζουν τα χειμωνιάτικα απογεύματα. Ο Ακης θα καρφώνει τα μάτια στο ταβάνι και θα αφήνεται στις σκέψεις του. Για αυτές τις σκέψεις θα πλήρωνα. Τι θα λέει, άραγε, στον εαυτό του; Θα τον παρηγορεί, θυμίζοντάς του τα χρόνια της ευδαιμονίας ή θα τον οικτίρει για την απληστία του; Και τι θα του μένει από τη ζωή του; Η ηδονή της δύναμης ή η πίκρα της ταπείνωσης; Θα τα βάζει με την τύχη ή με τον εαυτό του;

Ενα τέτοιο απόγευμα, λοιπόν, θα ήθελα να πάω να κάτσω δίπλα του. Να τον ρωτήσω τι του έμαθε η ζωή και τι συμβουλή θα είχε να μου δώσει.

Advertisements