Εσύ δεν φταις ποτέ

Το 1997 είχα δύο εκατομμύρια δραχμές στην τράπεζα και ένα φίλο δίπλα μου στο μπαρ. Οικονομικός συντάκτης, από τους καλούς. Έπινε malt και κάπνιζε Cohiba που, μεταξύ μας, δεν ήταν και εύκολο να τα βρεις εκείνη την εποχή. Οδηγούσε SAAB και χάριζε στην καλή του Σαββατοκύριακα στην Ευρώπη. Πρέπει να είσαι ζεν για να μη σου ανοίξει την όρεξη ή την περιέργεια.

Το παλικάρι αγόραζε συγκεκριμένα «χαρτιά» στο Χρηματιστήριο, αξιοποιώντας και την επικοινωνιακή προώθηση που απολάμβανε ο εκδότης των τίτλων. Και μετά άναβε το πούρο και παρακολουθούσε την κούρσα. Θυμάστε πόσο ήταν το limit up; Στο 8% τη μέρα. Ξέρεις τι είναι να βλέπεις τα λεφτά σου να αυξάνονται κατά 8% τη μέρα; Κακαρίζεις, όπως η κότα που κάνει τα χρυσά αυγά. Ας μη φλυαρώ. Δεν ντρέπομαι να σας πω ότι εκείνα τα δύο εκατομμύρια της τράπεζας, βγήκαν στο δρόμο, πάνω στα τέσσερα φαρδιά λάστιχα του αυτοκινήτου που με έκανε κάγκουρα.

Ένα χρόνο μετά, στην εθνική οδό, έξω από τη Λάρισα, το ίδιο αυτοκίνητο μου έδωσε το σασμάν στο χέρι. Όταν ο γερανός το κατέβασε στο συνεργείο, στην είσοδο της πόλης, ο μάστορας μόλις που γύρισε να με κοιτάξει. Είχε την τηλεόραση στο Alter και έβλεπε τη ζωντανή εκπομπή για το Χρηματιστήριο. Στο χέρι του κρατούσε ένα χαρτί με γράμματα και αριθμούς. Μία κατέβαζε τα πρεσβυωπικά γυαλιά στο χαρτί και μία ανέβαζε τα μάτια στην οθόνη. Όπως κάνεις όταν βλέπεις τα νούμερα του Τζόκερ ή το δελτίο του στοιχήματος. «Πουτάνα Χαλκίδα» μουρμούρισε. Γύρισε και με κοίταξε. «Έχει κολλήσει η μαλακισμένη και δεν λέει να ανέβει. Ξέρεις πόσες μέρες την περιμένω και δεν λέει να ξεκινήσει;» Δεν είχε, φυσικά, πρόβλημα με τη Χαλκίδα. Είχε με τα τσιμέντα της. «Τσιμέντα Χαλκίδος». Βρες δέκα σακιά από εκείνο το τσιμέντο, άδειασε τα σε μία μπετονιέρα και ανακάτεψε με το δάκρυ που έχει χυθεί από μετόχους της εταιρείας. Μπορείς να ξαναφτιάξεις το γεφύρι της Άρτας.

Ο γκαραζιέρης από τη Λάρισα, ο κάγκουρας από τη Θεσσαλονίκη (εγώ, δηλαδή), ο οικονομικός συντάκτης με το πούρο είμαστε ψηφίδες μίας εικόνας που, ιστορικά, περιγράφεται ως το «σκάνδαλο του χρηματιστηρίου». Γιατί, όπως θα θυμάστε, το 1999 η φούσκα έσκασε, η αγορά κατέρρευσε, χιλιάδες άνθρωποι έχασαν τις αποταμιεύσεις τους. Πολιτικά χρεώθηκε στην κυβέρνηση Σημίτη. Νομικά, χρεώθηκε σε 36 ανθρώπους, επιχειρηματίες και χρηματιστηριακούς παράγοντες, που δικάστηκαν και αθωώθηκαν. Όλοι τους αθωώθηκαν. Λογικό. Δεν δικάστηκαν για τον τρόπο με τον οποίο διαχειρίστηκαν τις εταιρείες και τα κεφάλαια που συγκέντρωσαν. Δεν κρίθηκαν για τη μεταφορά κεφαλαίων από τις εισηγμένες εταιρείες σε ναυτιλιακές ή στο εξωτερικό. Δεν κάθισαν στο εδώλιο επειδή άλλα έλεγαν στις γενικές συνελεύσεις και άλλα έκαναν. Δικάστηκαν για το «φούσκωμα» και τη χειραγώγηση της αγοράς. Πιάσε ένα (χρυσό) αβγό και και κούρεψε το.

Τέλος πάντων, ο Αρειος Πάγος άσκησε αναίρεση στην πρωτόδικη απόφαση και τώρα οι 36 δικάζονται εκ νέου από το Εφετείο. Η εισαγγελέας ζήτησε την ενοχή τους για τη «δημιουργία πλασματικής εικόνας της αγοράς και την καλλιέργεια επενδυτικής ευημερίας». Φυσικά και έγινε κάτι τέτοιο. Μόνο που, ειλικρινά, δεν είμαι σίγουρος αν αυτό μπορεί να μετουσιωθεί σε κατηγορητήριο μόνο για 36 ή για περισσότερα κεφάλια. Διαβάζοντας τους τίτλους του Κουρή και του φιλοκυβερνητικού Τύπου βλέπω το σενάριο της κυρίαρχης εκδοχής: δέκα λαμόγια έφαγαν τα λεφτά του κοσμάκη. Και ο κοσμάκης απαλλάσσεται από τις ευθύνες του. Από την αφέλεια, τον εκμαυλισμό της βουλιμίας, την απληστία, την έπαρση του νεόπλουτου. Στο χωριό μετέτρεπαν το καφενείο σε παράρτημα χρηματιστηριακής εταιρείας. Τα limit up γέμιζαν τα πανέρια με γαρύφαλλα, τις πίστες με πιάτα και τις γόβες με σαμπάνια. Και λέμε τώρα ότι όλοι αυτοί, ακόμα και όσοι πρόλαβαν και έχτισαν και ένα εξοχικό, εξαπατήθηκαν από λίγους πονηρούς; Αυτό λέμε. Στο Χρηματιστήριο μας τα έφαγαν οι πονηροί, με το μνημόνιο μας τα πήραν οι ξένοι. Αρκεί ο αφηγητής ή ο δικαστής να απαλλάξουν τον σοφό λαό από πάσα ευθύνη. Δεν φταις εσύ για τους εφιάλτες που σε κατατρέχουν. Φταίει η νύχτα που τους έφερε.

Advertisements