Παίζουμε μόνοι μας στο θέατρο, μωρό μου

Στα γενέθλιά του, το 2010

«Ο λάκκος με τ’ αστεία που σκάβω από παιδί, η τέλεια ληστεία που έχω σκαρφιστεί, με σφίγγει σαν παπούτσι ντόπιο και μπαλωμένο, στο χείλος του Ζαλόγγου το τέλος περιμένω. Θέλω να πέσω μέσα, σε χάχανα και γέλια να πνιγώ. Να γίνω πριγκιπέσα, της μάνας μου τα ρούχα να φορώ. Να χαθώ.»

Υπάρχουν μερικά τραγούδια που λες ότι ο καλλιτέχνης τα φύσηξε με την πνοή του, τα έκανε μπουκάλι να κλείσει μέσα τη ζωή του. Για τον Τζίμη αυτό το τραγούδι είναι «Ο λάκκος με τα αστεία», απ’ όπου αυτοί οι στίχοι και οι επόμενοι πιο κάτω. Περιέργως, δεν περιλαμβάνεται σε αυτά που έγιναν ευρέως γνωστά -δεν λέω «σουξέ» για να μη μου πείτε ότι δεν ταιριάζει στον καλλιτέχνη. Ναι, ο Τζίμης δεν έκανε ποτέ σουξέ αν και το σουξέ του ήταν ακριβώς αυτό: να αισθάνεσαι ότι δεν κάνει σουξέ.

 «Με δώρο μια κιθάρα, ασπίδα του μπαμπά, που πήραμε δεκάρι, στα μαθηματικά, τα πρώτα τραγουδάκια με στίχους τολμηρούς, με διώχνουν από κύκλους, αντιστασιακούς.»

Τα αυτοαναφορικά του τραγούδια νομίζω πως ήταν τα καλύτερα που έγραψε, όσο και αν στη ραδιοφωνική μνήμη θα μείνουν περισσότερο το «Κάγκελα παντού» και το «Νεοέλληνας». Τα πιο όμορφα τραγούδια ο Τζίμης τα κράτησε για τον εαυτό του.

«Το τσίρκο που `χω στήσει, το υπόγειο μαγαζί, βουλιάζει και με παίρνει και μένανε μαζί. Βουτάω το μαύρο χιούμορ σε έγχρωμη οπή και δάχτυλο Κυρίου μου γνέφει σιωπή».

Μία μέρα τον είχα πιέσει: «Ας πούμε ότι μπορείς να κρατήσεις μόνο ένα τραγούδι σου και όλα τα άλλα θα σβηστούν, ποιο θα διάλεγες;» Περίμενα να μου πει το «Γυφτάκι» που, κατά την απαίδευτη, μουσικά, γνώμη μου, είναι το καλύτερο τραγούδι που έχει γράψει. Και αν δεν ξέρω εγώ, που τον παρακολουθώ σχεδόν 40 χρόνια, ποιος θα ήξερε; Ο ίδιος ο Πανούσης; Η αλήθεια είναι ότι σε εκείνη την κουβέντα ζορίστηκε. «Εντάξει ναι, το «Γυφτάκι» καλό είναι, αλλά και η «Ανακωχή» δεν είναι πολύ καλή;» Καλή είναι. Οπως το Δελτίο Ταυτότητας που βγάζεις όταν είσαι μαθητής και το κρατάς για χρόνια: «Πλέκω στιχάκια με κάποιο χιούμορ, με αρχή και τέλος για τον Αίσωπο. Νιώθω σαν κάτι γκομενούλες του ’40 που πλέκαν κάλτσες για το μέτωπο». Ολο αυτό με δύο λέξεις: Τζίμης Πανούσης.

Λένε ότι στις νεκρολογίες πρέπει να βαδίσεις παράλληλα με τη ζωή του εκλιπόντος, να την αφηγηθείς και να σηματοδοτήσεις τους σταθμούς. Οχι πια, όχι σήμερα που και η μνήμη είναι Google. Η ζωή του Τζίμη είναι εκεί έξω σε χιλιάδες φωτογραφίες, βίντεο, σε δεκάδες συνεντεύξεις. Αυτό που προσπαθώ να κάνω είναι να καταλάβω και να περιγράψω τι ακριβώς ήταν ο Πανούσης. Να τον βάλω μέσα σε λέξεις και κώδικες που αντιλαμβανόμαστε όλοι. Δεν είναι εύκολο. Οχι μόνο επειδή υπάρχουν στιγμές που θέλεις να τον αγκαλιάσεις και στιγμές που θέλεις να τον πνίξεις. Είναι επειδή το πενάκι που τον έφτιαξε έσπασε αμέσως μόλις βγήκε ο Τζίμης στη σκηνή.

Στα τέλη της δεκαετίας του ’70 και στην ανατολή της δεκαετίας του ’80 μία κασέτα βρισκόταν σχεδόν σε όλα τα καρότσια των πειρατών-εμπόρων που έβγαζαν μεροκάματο στα Πανεπιστήμια. Στη ράχη της έγραφε «Μουσικές Ταξιαρχίες», εθεωρείτο «απαγορευμένη» και αν δεν την αγόραζες από το καρότσι, είχες σίγουρα κάποιο φίλο να στη δώσει για να την αντιγράψεις. Η κασέτα ήταν περιζήτητη για δύο λόγους.

Ο πρώτος λόγος ήταν η μουσική. Ενας καινούργιος ήχος έξω από τη σφαίρα του συμβατικού ελληνικού ροκ. Ο δεύτερος λόγος ήταν οι στίχοι. Οχι μόνο επειδή δεν περιέγραφαν έρωτες και «αδιέξοδα», αλλά και επειδή περιείχαν βωμολοχίες ή, τέλος πάντων, λέξεις που, με τα δεδομένα της εποχής, δεν χωρούσαν σε μία κανονική εμπορική ηχογράφηση. Οταν η ίδια κασέτα έγινε δίσκος στα μέσα της δεκαετίας του ’80, οι επίμαχες λέξεις καλύφθηκαν με ηχητικό τόνο. Αργότερα τα τραγούδια επανακυκλοφόρησαν χωρίς λογοκρισία. Και ο Τζίμης Πανούσης, ο καλλιτέχνης που έβαλε τα Εξάρχεια σε εμπορική συσκευασία, απέκτησε τη δημοφιλία του μουσικού και την ασυλία που απολαμβάνουν οι σατυρικοί καλλιτέχνες.

Από τότε ο Τζίμης έγινε πολλά πράγματα. Ροκ διαφυγή της εξωσυστημικής Αριστεράς, έξυπνη, κυνικά διεισδυτική ματιά στον κόσμο, αυτοσαρκαστικός μονόλογος -άλλοθι του μικροαστού θαμώνα, απενοχοποιημένη ωδή στον ελληνισμό και στις παραδόσεις του, ανοιχτή αποστροφή προς την παγκοσμιοποίηση με υποδόριο φόβο για την πολιτιστική άλωση. «Της κοιμισμένης νεολαίας ξυπνητήρι, η τελευταία σταγονίτσα στο ποτήρι. Ρούφα με πιες με ακροατή μου στην υγεία σου, να μεταλάβεις τον Τζιμάκο στην κοιλιά σου». (Ούζο Power)

Πολιτικά, ο Πανούσης, ανήκε κάπου στο χώρο της πατριωτικής εξωκοινοβουλευτικής Αριστεράς (δικός μου ο προσδιορισμός), σε έναν κόσμο όπου ο Βελουχιώτης συναντά τον Θεόδωρο Κολοκοτρώνη και μάχονται μαζί τους προσκυνημένους. Ταυτοχρόνως, όμως, ήταν βαθύτατα συντηρητικός στα «εθνικά» και κυρίως στα της παράδοσης. Τη μία ήταν στα Εξάρχεια και την άλλη τρύπωνε στην παρέα του Γκάτσου. Φλέρταρε με το λαϊκό και το ανατολίτικο. «Σαν τον Σαμουήλ στο Κούγκι μπαίνω μέσα στο μπουζούκι με ταξίμια, με φυτίλια με βυζαντινά καντήλια. Στο βυζί του αμπαρωμένος θα πετάξω το καπάκι, κάλλιο να ‘μαι πεθαμένος παρά Αμερικανάκι». (Σαν τον Σαμουήλ στο Κούγκι)

Αν συζητούσες μαζί του πολιτικά, σου έλεγε ότι περιμένει από την Αριστερά να βγάλει τον κόσμο στο δρόμο για τη μεγάλη ανατροπή. Το βράδυ στο μαγαζί έλεγε ότι αγόρασε σκάφος για να κατέβει κόντρα τον Ποδονίφτη όταν γίνει με το καλό η Επανάσταση. Συχνά χρησιμοποιούσε το χιούμορ και τον στίχο για να ξορκίσει τον ίδιο του τον εαυτό. Καλλιτεχνικά ήταν πρωτοπόρος καθώς συνέδεσε το ροκ με στοιχεία βαριετέ και όλο αυτό το επένδυσε με ένα σπουδαίο ταλέντο stand up comedian.

Ο Τζίμης έχει γράψει, κατά την ταπεινή μου γνώμη, τρεις υπέροχες ηθογραφίες των ’80ς. Τα τραγούδια «10.000 Watt» (Οχι άλλο Νταλάρα), «Φασμπίντερ και ξερό ψωμί» και «Ο Κάιν ζει» περιγράφουν με τον πιο εύστοχο τρόπο την αλλαγή δέρματος που υπέστη η χώρα εκείνη την εποχή.

Ο Πανούσης ως στιχουργός και ως μουσικός ανήκει σε δεκαετία του ’80, άντε και στην αρχή των ’90ς. Μετά η καλλιτεχνική δημιουργία πέρασε σε δεύτερη μοίρα καθώς βγήκε μπροστά η ιδιότητα του δημοσιολόγου. Είχε φτάσει να παίρνει τρελά λεφτά στο ραδιόφωνο. («Εγώ έτσι χτυπάω τον καπιταλισμό, ξέρεις πόσα τους παίρνω;») Τα άξιζε. Οχι μόνο γιατί τα έφερνε πίσω, αλλά επειδή η εκπομπή του ήταν ένα κέντημα, φτιαχνόταν στο χέρι. Γραφόταν λέξη προς λέξη σε ένα τετράδιο. Πού να ασχοληθεί με τα τραγούδια μετά; Δεν εισέπραττε και δικαιώματα καθώς δεν δεχόταν να συμβληθεί με την ΑΕΠΙ. Και κατάλαβε ότι έχει μεγαλύτερη απήχηση ως σχολιαστής παρά ως καλλιτέχνης. Ολοι άκουγαν τις εκπομπές του. Στο μαγαζί, όμως, τα τελευταία είκοσι χρόνια ήμασταν οι ίδιοι άνθρωποι τραγουδώντας πάντα τα ίδια τραγούδια.

Ηταν γλυκός και ευγενικός άνθρωπος. Καμιά φορά σου έμοιαζε συνεσταλμένος, σχεδόν ντροπαλός που μπορούσε να σου σπάσει τα νεύρα αν ερχόσουν αντιμέτωπος με τις εμμονές του. Ομως έτσι δεν είναι οι καλλιτέχνες; Ενα βιβλίο με πολλές αναγνώσεις, μία εικόνα που αλλάζει μπροστά σε κάθε ζευγάρι ματιών.

Τον γνώρισα το 1996, στον Flash. Μετά βρεθήκαμε μαζί, δίπλα-δίπλα, στον City. Ημουν η… λουλουδού και η ρεπατζού του, όπως λέγαμε. Αισθάνομαι ότι του χρωστάω πολλά. Τη χαρά, την έμπνευση, τα πρώτα σκιρτήματα, αυτό που ως παιδί θέλεις να αντιγράψεις. Πρόλαβα να του το πω πολλές φορές. Αντίο Τζιμάκο μου.

*Ο τίτλος είναι από τους στίχους της «Ανακωχής»

Advertisements