Μαύρο, σαν θάνατος

Exif_JPEG_PICTURE

Όταν μεγαλώνεις οι κηδείες σε τρομάζουν όλο και λιγότερο. Υποθέτω από ένα σημείο και μετά δεν σε ταράζουν καθόλου. Σου αρκεί που δεν είσαι ο ξαπλωμένος, αλλά πλέον έχεις αποδεχθεί τη θέση σου στη λίστα αναμονής.

Μπορείς να το δεις με κινηματογραφικό τρόπο: μόνο το φέρετρο μένει σταθερό εκεί, πάνω στις βάσεις του. Και όλοι όσοι βρίσκονται γύρω του σιγά-σιγά θα μπουν μέσα ο ένας μετά τον άλλον. Δεν ξέρεις, φυσικά, τη σειρά, αλλά αυτό που είναι που κάνει τη ζωή συναρπαστική και γεμίζει κάποιες νύχτες με αγωνία. Συχνά δε, παραδέξου το, μπαίνεις στον πειρασμό να φανταστείς τη δική σου κηδεία. Θρησκευτική ή πολιτική, δεν έχει σημασία. Έχεις όμως το δικαίωμα να είσαι δραματικός ή γελοίος στο βαθμό που σε συγκινεί ή σε κάνει να αισθάνεσαι καλύτερα. Του κερατά. Δεν θυμάσαι τη γέννηση σου και δεν ζεις την κηδεία σου. Μπαίνεις και βγαίνεις από τον κόσμο χωρίς να καταλάβεις τίποτα, η φαντασία σου δικαιούται να πάει όσο μακριά θέλει και μπορεί.

Άλλες φορές γίνεσαι κακιασμένη drama queen και αναρωτιέσαι αν θα σε κλάψει κανείς, τι θα πουν οι φίλοι, πόσο θα λείψεις στους ανθρώπους. Θα σπάσει, άραγε, κανείς σε κομμάτια και σε λυγμούς όταν ανοίξει τη ντουλάπα για να βγάλει τα ρούχα σου; Θα σου αφήσουν λουλούδια στο γραφείο, τι θα γράψουν στο προφίλ σου στο facebook; Βέβαια αν τα εκλογικεύσεις όλα αυτά, γνωρίζεις ότι δεν έχουν την παραμικρή σημασία, είναι ένα ανόητο, ενίοτε και εμμονικό, παιχνίδι του μυαλού. Όμως όσο μεγαλώνουν οι άνθρωποι, όσο συνειδητοποιούν ότι οι μέρες που τους έχουν απομείνει είναι πολύ λιγότερες από αυτές που έζησαν, ο φόβος του θανάτου αποκτά σχήμα, πρόσωπο, μυρίζει λιβάνι. Ναι, ξέρω ότι όσο λιγοστεύουν οι μέρες σου, οφείλεις να τις ζεις όλο και πιο έντονα. Αλλά είναι και κάτι απογεύματα που σε φοβίζουν. Δεν βλέπεις πια ρομαντισμό στο δειλινό.

Πήγα σε μία κηδεία. Στεκόμουν δίπλα στο ανοιχτό φέρετρο του φίλου μου. Τον είχα κλάψει βέβαια μόνος, τα μάτια μου ήταν γυάλινα και η ψυχή μου στεγνή. Όμως εκεί, δίπλα στον νεκρό, δεν αισθανόμουν τίποτα λες και ο συναισθηματικός μου κόσμος είχε γεμίσει θάνατο. Έβλεπα τη γυναίκα του καθιστή, εξαντλημένη. Και οι γιοι του όρθιοι, θαρρείς θυμωμένοι, όχι με τον θάνατο, αλλά με τη ζωή. Ήθελα να τους πλησιάσω και να τους πω ότι ο πατέρας τους ζει μέσα τους. Και αυτό δεν θα ήταν ψέμα, κοινοτοπία. Θα το δουν και οι ίδιοι στον καθρέφτη τους μετά από χρόνια, θα το ανακαλύψουν στο περίγραμμα του ίσκιου τους. Είναι, φυσικά, αυθύπαρκτες, αυτόνομες προσωπικότητες, αλλά παραμένουν η κιβωτός που ο γέρος τους πήγε και φύλαξε τα γονίδιά του. Κάτι ξέρουν οι Εβραίοι που δεν πιστεύουν σε ανάσταση νεκρών και σε άλλα παρηγορητικά. Άσε πίσω απογόνους. Αυτοί, μαζί με τη μνήμη σου, είναι τα καλύτερα υποκατάστατα της αθανασίας.

Δεν θρηνήσαμε, βέβαια, για τον ίδιο λόγο τον μακαρίτη. Η οικογένεια πενθεί. Οι υπόλοιποι, συνήθως, κλαίνε -δεν είναι το ίδιο. Όταν χάνεις έναν φίλο, περισσότερο οδύρεσαι για τον χρόνο που έφυγε. Καταλαβαίνεις ότι η ζωή σου είναι ένα σκηνικό, από το οποίο μέρα με τη μέρα αφαιρούνται κομμάτια. Και εσύ κομμάτι είσαι. Βγήκα έξω από την εκκλησία, στο φως και στους ανθρώπους που δεν αντέχουν παπά και λιβάνι. Και άκουσα κουβέντες του συρμού, αδιάφορες, ίσως και χαρούμενες. Είναι η ζωή, θα πείτε, που πάει και κλείνει ερμητικά τα φέρετρα. Εκεί θυμήθηκα πόσο γλυκός, σχεδόν λυρικός, είναι ο θάνατος στο facebook. Γράφονται λόγια που δεν θα ειπωθούν ποτέ στην αυλή μίας εκκλησίας, στις μικρές γωνιές μίας κηδείας. Συχνά δε, με emoticon δακρύων, από εκείνα που δεν θα βρουν πρόσωπο να χαράξουν μία γραμμή. Και το προφίλ σου θα μείνει για πάντα εκεί, καντηλάκι να καίει στη μνήμη σου. Το φέρετρο με τον σπουδαίο φίλο μου πέρασε από μπροστά μας. Χειροκροτήσαμε. Όμως στο σύμπαν ολόκληρο δεν υπάρχει ήχος που να διαπερνάει το καπάκι του φερέτρου.

*Στον φίλο μου και δάσκαλό μου, Λάζαρο Χατζηνάκο

Advertisements