Οι φίλοι μου που τρέχουν

Ο ηθοποιός Πίτερ Ο’ Τουλ πέθανε σε ηλικία 81 ετών. Δεν ήταν ακριβώς πλήρης ημερών, αλλά πρόκειται για ηλικία που την αγοράζεις αν μπορείς να κάνεις ένα deal με το Υπερφυσικό, είτε με την αγαθή, είτε με την καταχθόνια εκδοχή του.

Ο Πίτερ Ο’ Τουλ σίγουρα αγαπούσε το αλκοόλ περισσότερο από τη γυμναστική. «Η μόνη γυμναστική που έκανα στη ζωή μου, ήταν το βάδην πίσω από τα φέρετρα των φίλων μου που αγαπούσαν τη γυμναστική».

Με ένα φλιτζάνι καφέ στο χέρι, τον υπολογιστή στα γόνατα και την κυριακάτικη εφημερίδα στους αστραγάλους, χαζεύω τις selfies των φίλων μου από τον Μαραθώνιο της Αθήνας. Κανένας τους, βέβαια, δεν είναι μαραθωνοδρόμος, όλοι τους στα πέντε και στα δέκα χιλιόμετρα έτρεξαν. Ασφαλώς τους καμαρώνω και τους ζηλεύω λιγάκι. Δεν είναι και λίγο να επιτυγχάνεις έναν προσωπικό άθλο, βάζοντας μόνο πόδια, καρδιά, πνευμόνια και κάτι που μπορεί να μην υπάρχει, αλλά τίποτα δεν γίνεται χωρίς αυτό: ψυχή.

Και, ξέρετε, μπορεί οι μαραθωνοδρόμοι να μου προκαλούν δέος, έτσι όπως τρέχουν μέσα σε μία απόκοσμη έκσταση, αλλά είμαι δίπλα σε εκείνες τς παλλόμενες κοιλίτσες που πάνε μπροστά τραβώντας το υπόλοιπο κορμί, στα πόδια που θέλουν να συρθούν, αλλά σηκώνονται, σε εκείνη την ανάσα που μοιάζει με τελευταία, αλλά έχει και άλλη πίσω της.

Και μετά, όλοι αυτοί, οι δικοί μου, ξέπνοοι, ηδονικά αποκαμωμένοι (καλύτερο και από σεξ, λένε), βγάζουν τη selfie του θριάμβου και κατευθύνονται απενοχοποιημένοι στο κυριακάτικο τραπέζι. Είναι ωραίος ο Μαραθώνιος της Αθήνας και ας τον χαζεύω από το facebook. Θα μπορούσε να γίνει ακόμα καλύτερος αν αντιγράφαμε μερικά από τα ήθη της αντίστοιχης διοργάνωσης στη Νέα Υόρκη, όπου κατά μήκος της διαδρομής διοργανώνονται μικρά και μεγάλα πάρτι με μπάντες και μουσική. Πίνεις και βλέπεις τους άλλους να τρέχουν. Και μετά, έχοντας κατεβάσει τρεις μεγάλες μπύρες για να κολυμπήσει καλά το λουκάνικο στο στομάχι, πέφτεις στον καναπέ και σκέφτεσαι τον Πίτερ τον Ο’ Τουλ. Είσαι ο Λόρενς της Αμαρτίας, αγόρι μου.

Advertisements