Ιστορικοί του μέλλοντος

Στον παλιό κόσμο ήταν όλα πιο απλά. Και ξεκάθαρα. Ο δυτικός άνθρωπος φοβόταν μην ανοίξει ο ουρανός πάνω από το κεφάλι του και αρχίσει η βροχή κομμουνιστικών πυραύλων. Και αν είχε κόκκινο σβέρκο από τον ήλιο στην Αλαμπάμα, έφτιαχνε ένα πυρηνικό καταφύγιο κάτω από το γκαράζ για εκείνη τη δύσκολη ώρα.

Στη δε Ευρώπη, όσοι ανησυχούσαν υπερβολικά για πιθανή διατάραξη της ισορροπίας, έκαναν μαύρες σκέψεις για την εισβολή των κομμουνιστών που θα τους πάρουν το σπίτι και θα τους αφήσουν με άδειο ψυγείο. Στην άλλη πλευρά του τείχους οι άνθρωποι έθρεφαν άλλες φοβίες. Έτρεμαν τον κρατικό Πατερούλη, ζήλευαν ή και φθονούσαν εκείνους που είχαν έγχρωμη τηλεόραση ή φορούσαν τζιν και πάχαιναν τα παιδιά τους για να τα προσφέρουν ως πρόβατα επί σφαγή στον καρδιολόγο του μέλλοντος. Επίσης σε εκείνον τον παλιό κόσμο διαθέταμε σαφείς λόγους για να τα βάλουμε ο ένας με τον άλλον. Υπήρχαν αριστεροί και δεξιοί. Μία κάποια ταξική πάλη. Ιδεολογίες οπλισμένες με τσιτάτα, μακρινούς ήρωες, επαναστάσεις που κάηκαν όταν βγήκε ο ήλιος. Υπήρχαν ιδεολογικά και πολιτικά στρατόπεδα με ανοιχτές πόρτες και διαθέσιμους κοιτώνες για όποιον προσέγγιζε τον φράχτη.

Ο κόσμος ήταν χωρισμένος σε κουτάκια. Η άγνοια έπεφτε σαν ομίχλη και κάλυπτε τα κοινά. Οι άνθρωποι διατηρούσαν μία αίσθηση πεπρωμένου. Το σύστημα, ειδικά στον δυτικό κόσμο, παρήγαγε μοντέλα ζωής με στεγανά και οροφές. Η ματιά σου έφτανε μέχρι το απέναντι μπαλκόνι, στο καινούργιο σαλονάκι του γείτονα, άντε και στο αυτοκίνητο με τα ηλεκτρικά παράθυρα και το γερμανικό ηχοσύστημα. Τα αεροπορικά εισιτήρια ήταν ακριβά και τα ταξίδια είχαν ένα δέος. «Το σεργιάνι μας στον κόσμο ήταν δέκα μέτρα γης, όσο πιάνει ένα σπίτι ένα σπίτι και ο τοίχος μιας αυλής» τραγουδούσε ο Νταλάρας κάπου στα ‘80ς. Σήμερα κανένας δεν θα τολμούσε να γράψει τέτοιον στίχο. Θα ήταν ξένος προς την εποχή. Θα ήταν ξένος ακόμα και προς αυτούς που, πράγματι, βρίσκονται σε αυτήν την κατάσταση.

Το μακελειό στη Νέα Ζηλανδία θα ήταν αδιανόητο πριν από τριάντα χρόνια. Σήμερα, όμως, είναι σημείο των καιρών. Αν έπαιρνες τον ίδιο τύπο και τον φύτευες στην δεκαετία του ‘80, το πολύ να είχες έναν γραφικό φοβικό Αυστραλό αντικομμουνιστή που θα έτρεμε την κάθοδο της Κίνας down under. Στον παλιό κόσμο φοβόσουν ή μισούσες κάποιον που ήταν απέναντι και μακριά σου. Τώρα αυτός είναι δίπλα σου.

Το πολιτικό τέλος των ιδεολογιών άφησε χωρίς απάντηση τη συγκρουσιακή διάθεση των ανθρώπων. Δεν υπάρχουν κομμουνιστές για να φοβάσαι, όλοι θέλουν πλέον να πάνε από την ίδια πλευρά. Οι φράχτες των ιδεολογικών στρατοπέδων κατέρρευσαν. Και υπάρχουν πλέον τρεις συναισθηματικές καταστάσεις που ορίζουν το θυμικό. Ο φθόνος, η οργή και η ανασφάλεια. Το δίκτυο και τα παγκόσμια media έχουν μετατρέψει το επικοινωνιακό τοπίο σε μία τεράστια κλειδαρότρυπα από την οποία ο ένας παρακολουθεί τον άλλον και όλοι μαζί τις ελίτ του πλούτου. Αυτό γεννά τον φθόνο και την οργή. Και η μετανάστευση διεγείρει την ανασφάλεια.

Η άνοδος του μίσους και της ακροδεξιάς μας σοκάρουν επειδή είχαμε κατασκευάσει το μυαλό μας μία ιδεατή εικόνα για τους λαούς, ξεχνώντας ότι αυτοί αποτελούνται κατά βάση από αμόρφωτους ή ημιμαθείς ανθρώπους μεγαλωμένους με στερεότυπα, στο κυνήγι της ευημερίας. Επίσης η δικτύωση επιτρέπει στη βλακεία να απλώνεται σαν μύκητας παντού. Ο μακελάρης της Νέας Ζηλανδίας ήξερε ότι εκεί έξω υπάρχουν χιλιάδες, ίσως και εκατομμύρια άλλοι που όχι μόνο θα κάνουν like στο μανιφέστο του, αλλά θα τον περιγράψουν ως ήρωα, ενδεχομένως και κάποιοι θα προσπαθήσουν να τον μιμηθούν.

Ο Τραμπ και ο Πούτιν είναι οι δύο ισχυρότεροι ηγέτες του πλανήτη και η Βρετανία τα μαζεύει από την Ευρώπη. Η Κίνα και η Ινδία ανεβαίνουν, έρχεται και η Νιγηρία. Παράλληλα συμβαίνουν τρελά πράγματα, εξωφρενικά με τα δεδομένα της παλιάς εποχής. Μην τρομάζετε. Είναι οι οδύνες ενός νέου κόσμου που γεννήθηκε. Τώρα κλαίει, μπουσουλάει, αργότερα, όμως, θα σταθεί στα πόδια του. Απολαύστε την εποχή ως ιστορικοί του μέλλοντος. Έχει συναρπαστικό ενδιαφέρον.