Θυμάμαι

Θυμάμαι τα φάσκελα να πέφτουν κατά ριπάς πάνω από τα κεφάλια των τσολιάδων, στους τείχους του Κοινοβουλίου. Και λίγο πιο κάτω, σε ένα τραπέζι σαν τα πάνελ του Παπαδάκη, τον Γιάνη, τον Τσακαλώτο, τον Κατρούγκαλο και τον Καζάκη να εξηγούν πώς θα φύγουμε από την κρίση και ταυτοχρόνως θα βάλουμε και λεφτά στην τσέπη. «Όχι μόνο θα μας τα δώσουν, θα μας παρακαλάνε να τα πάρουμε». Τι απέγινε ο Καζάκης; Και γιατί δεν έκανε καριέρα αντίστοιχη των άλλων;

Θυμάμαι εκείνο το παλικάρι (τσογλάνι ήθελα να πω) που έγινε σύμβολο αμφισβήτησης επειδή, κάνοντας παρέλαση, σήκωσε το χέρι και μούτζωσε την εξέδρα των επισήμων. Τους «δασύτριχους πολίτες και της Αυριανής τους τρωγλοδύτες, που έλεγε ο Σαββόπουλος, να βρίζουν και να φτύνουν τον Κάρολο Παπούλια, να επιτίθενται στην κεφαλή του πολιτεύματος. Το ματωμένο πρόσωπο του Κωστή Χατζηδάκη. Κάτι φάπες στον Τέλλογλου. Τους τύπους με τα κοντά μπλουζάκια, τη βερμούδα και τα σαγιονάρα, να εκτοξεύουν μπουκαλάκια με νερό σε μέλη του Κοινοβουλίου. «Ναι, καταδικάζουμε τη βία, αλλά και ο κόσμος, ξέρετε…»

Θυμάμαι τη στρατιά των τρολς να χυδαιολογεί και να στοχοποιεί ανωνύμως. Να μοντάρει αποσπάσματα από άρθρα, να ανακοινώνει πού γευματίζει ο τάδε συστημικός, να τρομοκρατεί και να δολοφονεί χαρακτήρες. Να πονάει για τους θανάτους από μαγκάλι, να φρίττει για τις αυτοκτονίες, να λυγίζει από το δράμα των προσφύγων που οι ανάλγητοι έπνιγαν στο Αιγαίο.

Θυμάμαι τη Ζωή με ένα ημίτρελο χαιρέκακο χαμόγελο, σχεδόν σαδιστικό, χαραγμένο στο πρόσωπο της από τη μανία της για εκδίκηση. Με υψωμένη την αριστερή γροθιά να ουρλιάζει θριαμβευτικά στο προαύλιο της Βουλής προς τα πλήθη που άκουγαν τον Βασίλη τον Παπακωνσταντίνου, αυτόν με την εταιρεία στη Βουλγαρία, να λέει ότι ο λαός χρωστάει μόνο στους ποιητές του. «Θα είμαστε κάθε λέξη του Συντάγματος».

Θυμάμαι τον Γιάνη. Πότε με τις συναγρίδες στο μπαλκόνι και πότε με τα πουκάμισα έξω. Και εκείνο το μακρύ δερμάτινο που φορούσε όταν επισκέφθηκε τον Βρετανό ομόλογό του, σαν drug dealer από το Σόχο. Με τη Θεωρία των Παιγνίων ανά χείρας. Το μόνο παιχνίδι που έπαιξε ήταν με την τύχη της χώρας.

Θυμάμαι τον Καμμένο. Στα τέσσερα. Να κάνει εθνολαϊκή γιορτή στο Σύνταγμα με δημοτικούς χορούς την 25η Μαρτίου. Και το Πάσχα μεγάλη γιορτή στο στρατόπεδο για τον λαό. Τα γίδια δεν ήταν μόνο στη σούβλα. Στα καζίνο. Με τη γραβάτα με τα πέη. Και τη φωτογραφία κρατώντας τα ημιθανή «Νέα» μέσα στο κρατικό αεροσκάφος που κατάφερε να το χρησιμοποιήσει ως ιδιωτικό.

Θυμάμαι τον Νίκο τον Παππά, τον φίλο του Πετσίτη, να λέει ότι ξημερώνει μία καλή μέρα για την Ελλάδα. Και νύχτωσε μία ακόμα μεγαλύτερη νύχτα με το δημοψήφισμα, τα capital controls, το μνημόνιο τους. Και τον διχασμό, ανάμεσα σε πατριώτες και γερμανοτσολιάδες.

Θυμάμαι τη χολή και την ειρωνεία τους για τους φιλελέδες του «Μένουμε Ευρώπη», για αυτούς που, όπως μας έλεγαν, έπρεπε να πάρουν τον λογαριασμό του μνημονίου. Τις φασιστικές επιθέσεις τους σε όποιον τολμούσε να σταθεί απέναντί τους για να υπερασπιστεί τον ευρωπαϊκό προσανατολισμό της χώρας.

Θυμάμαι το Ινστιτούτο της Φλωρεντίας, τα βοσκοτόπια του Καλογρίτσα, τις εφημερίδες και τα blogs που ξεφύτρωσαν αλλά ποτέ δεν καταλάβαμε ποιος και με ποιο τρόπο τα πλήρωνε όλα αυτά. Την ΕΣΗΕΑ που άσκησε πειθαρχικό έλεγχο σε όσους υπερασπίστηκαν το αυτονόητο. Τον διευθυντή μου στο ραδιόφωνο που με έβγαλε σε υποχρεωτική άδεια την εβδομάδα πριν το δημοψήφισμα.

Θυμάμαι τον Πολάκη να μουγκρίζει. Τον κυρ Αλέκο να ρουφάει τον φραπέ, τον κυρ Στέλιο τον Παππά ως ιστορικό στέλεχος που μπήκε στη μάχη να σώσει τα λεωφορεία στη Σαλονίκη, τις στρατιές των μετακλητών, το ύφος της Νοτοπούλου, το βιογραφικό της διαδόχου της.

Θυμάμαι και το Μάτι. Το θέατρο στο Επιχειρησιακό της Πυροσβεστικής. Τα παγωμένα πρόσωπα τους όταν διαπίστωσαν ότι διακυβεύεται η πολιτική τους επιβίωση. Το άραγμα στο κότερο και το πούρο του χειρότερου πρωθυπουργού της Μεταπολίτευσης, στην πιο δύσκολη στιγμή για τη χώρα.

Τα θυμόμαστε. Και θα μας μείνουν αξέχαστοι.

Advertisements