Μία φωτογραφία στο μέλλον

Η Ελλάδα έφτασε πολύ πιο μακριά από εκεί που ονειρεύτηκαν οι πατέρες του νέου ελληνικού κράτους. Ανήκει στις ευημερούσες Πολιτείες του δυτικού κόσμου, συναλλάσσεται με το ισχυρότερο νόμισμα του πλανήτη και, μέσα σε έναν αιώνα, πολλαπλασίασε την έκταση της. Συνεπώς ο απολογισμός για τα 200 χρόνια από την Επανάσταση είναι αυτονόητα θετικός.

Όχι πώς δεν χρειάζεται να πούμε αρκετά για αυτό. Το ελληνικό θαύμα βρίσκεται στην επίτευξη όλων των παραπάνω μέσα από χρεοκοπίες, πολέμους, εμφύλιους διχασμούς και σπαραγμούς. Ενδεχομένως δεν είμαστε μόνο «κακομαθημένα παιδιά της Ιστορίας», αλλά και ένα φαινόμενο άξιου θαυμασμού. Καλώς, λοιπόν, να στοχαστούμε πάνω σε αυτά κατά τους εορτασμούς των δύο αιώνων από το «Ελευθερία ή Θάνατος». Άλλωστε μας χρειάζεται μετά από μία δεκαετία εσωστρέφειας και βασανιστικής, ενίοτε δε και μαζοχιστικής, ενδοσκόπησης.

Παρακολουθώντας τις ομιλίες του Πρωθυπουργού και της Γιάννας Αγγελοπούλου δεν καταλάβαμε, φυσικά, πολλά από το περιεχόμενο της χάρτας των εκδηλώσεων. Προφανώς επειδή αυτή δεν έχει γραφτεί ακόμα. Το βέβαιον είναι ότι θα χωριστεί σε δύο τμήματα. Ένα για το παρελθόν και ένα για το μέλλον. Το πρώτο σκέλος έχει ενδιαφέρον όχι μόνο για τα ερείσματα εθνικής υπερηφάνειας που θα επιχειρήσει να καλλιεργήσει, αλλά, κυρίως, για το κομμάτι που θα αφιερωθεί στην εθνική αυτογνωσία. Πώς θα προσεγγίσουμε, αλήθεια, τους διχασμούς και τις χρεοκοπίες; Πώς θα μεταχειριστούμε, σημειολογικά, τις εθνικές μας αποτυχίες; Θα επιλέξουμε τον δύσβατο δρόμο της αλήθειας ή τον κυκλικό των σχολικών εγχειριδίων; Θα ενσκύψουμε, για παράδειγμα, στις εμφύλιες συγκρούσεις των επαναστατικών χρόνων ή θα τα σκεπάσει όλα το λάβαρο της Αγίας Λαύρας; Η άσκηση δεν είναι εύκολη. Συνήθως στις ιστορικές μας αναδρομές βλέπουμε τις φουστανέλες και λησμονούμε τα φέσια.

Και μετά είναι το μέλλον. Να επανασυστήσουμε την Ελλάδα στον κόσμο, όπως είπαν, αλλά, πρωτίστως, να περιγράψουμε την εθνική προοπτική. Εδώ χωράει αρκετή κουβέντα. Και δυστυχώς δεν τελειώνει ποτέ. Δεν είμαστε, άλλωστε, η χώρα που συνηθίζει να θέτει μακροπρόθεσμους στόχους και να κληροδοτεί την υποχρέωση στις επόμενες γενιές. Ούτε το ζητούμενο είναι να μαζευτούμε όλοι την 25η Μαρτίου του 2021, να κοιτάξουμε προς το άδηλο μέλλον και μετά να πάμε για μπακαλιάρο σκορδαλιά. Μέχρι να ξυπνήσουμε το απόγευμα, θα το έχουμε ξεχάσει. Η κυρία Αγγελοπούλου, άλλωστε, θα θυμάται καλύτερα από όλους τι απέγινε το κλίμα των Ολυμπιακών Αγώνων -μέσα σε ένα μήνα είχε εξατμιστεί. Το θέμα, λοιπόν, δεν είναι να το γιορτάσουμε, αλλά να αντλήσουμε έμπνευση και να μας μείνει κάτι, αν θέλετε να προσθέσουμε στοιχεία στην εθνική μας νοοτροπία.

Η πρόκληση για την κυβέρνηση και την Επιτροπή βρίσκεται στην παρακαταθήκη που θα αφήσουν. Αν καταφέρουν να συνεγείρουν τους πολίτες για να συμμετάσχουν σε έργα και πράξεις του συλλογικού καλού, τότε πράγματι θα έχουν πετύχει ένα έργο που θα αξίζει κάθε μέρα από τους δύο αιώνες. Αν, για παράδειγμα, οδηγήσουν τις τοπικές κοινωνίες στο να καθιερώσουν δράσεις εθελοντισμού, ενέργειες ανάδειξης ιστορικών τόπων, προστασίας του περιβάλλοντος κ.λ.π, τότε η Επιτροπή θα έχει φτάσει πάνω και πέρα από τις προσδοκίες μας. Αν διοργανωθούν, λέμε τώρα, πέντε συζητήσεις ή συνέδρια με τους κορυφαίους, διεθνώς, των τεχνών και των επιστημών, τότε πράγματι η Ελλάδα θα υπενθυμίσει στον κόσμο τη θέση της ως σημείο εκπομπής φωτός.

Η Γιάννα Αγγελοπούλου είπε ότι θα γίνει προσπάθεια να μην επιβαρυνθεί ο κρατικός προϋπολογισμός. Θετικό αν και υπερβολικά φιλόδοξο. Θα είναι, όμως, μία ευκαιρία για να σημειώσουμε ονόματα χορηγών και να ελέγξουμε αν, τελικά, αυτή η χώρα διαθέτει αστική τάξη. Το κράτος οφείλει να δημιουργήσει ένα μνημείο. Αφήνοντας χώρο δίπλα του για να προστίθεται κάτι σχετικό κάθε εκατό χρόνια. Τελευταίο, αλλά εξόχως σημαντικό, είναι το αίτημα για μέτρο. Παντού. Στην αισθητική, στο χρώμα των φώτων, στην ένταση της φωνής. Οι εκδηλώσεις αυτές θα είναι μία φωτογραφία μας που θα στείλουμε στις μελλοντικές γενιές. Ας είμαστε προσεκτικοί στο στήσιμο και στις πόζες.