H αναγκαστικότητα του ξύλου

«Η επιβολή του νόμου θα ευχόμασταν να γίνεται με προσφορά τριαντάφυλλων. Δεν έχει καταστεί αυτό δυνατό. Η επιβολή του νόμου εμπεριέχει στοιχεία αναγκαστικότητας –το λέω γλυκά. Το ξύλο είναι στοιχείο αναγκαστικότητας». Αν το δεις λέξη προς λέξη, ο Μάκης Βορίδης δεν μας λέει κάτι καινούργιο. Περιγράφει το αυτονόητο, στο πλαίσιο μίας αστικής κοινοβουλευτικής δημοκρατίας. Το κράτος διατηρεί το μονοπώλιο της νόμιμης βίας που ασκείται για την επιβολή και τη διατήρηση της νομιμότητας. Όμως αυτές οι λέξεις νοηματοδοτούνται διαφορετικά, ανάλογα με το πλαίσιο εντός του οποίου εκφέρονται. Επίσης έχει πάντα σημασία το ποιος τις λέει και από ποια θέση. Και φυσικά, μέσα σε ποιο πολιτικό περιβάλλον.

Ας κάνουμε ένα flash back. Είναι τα πρώτα χρόνια της δεκαετίας του ‘90. Ο πρωθυπουργός Κωνσταντίνος Μητσοτάκης απευθύνεται σε αστυνομικούς. «Εσείς είστε το κράτος», τους είπε. Η δήλωσή του είχε προκαλέσει πάταγο, σε μία εποχή που ήταν ακόμα ζωντανές οι μνήμες από τη δικτατορία και ο φόβος του χωροφύλακα στοίχειωνε πολλούς. Ο Τύπος της εποχής ερμήνευσε τη δήλωση Μητσοτάκη ως ένα νεύμα γεμάτο νόημα προς τους αστυνομικούς. Αλλά σε αυτές τις περιπτώσεις, σημασία δεν έχει τι αντιλαμβάνεται ο Τύπος, αλλά τι καταλαβαίνουν οι αστυνομικοί. Και ξέρετε, οι αντιλήψεις και, κυρίως, η συμπεριφορά των αστυνομικών είναι ένας δείκτης που μετράει, έστω εμμέσως, την ποιότητα στη λειτουργία της Δημοκρατίας. Ενα από τα προτάγματα που οδήγησαν στην εκλογική νίκη της Νέας Δημοκρατίας, ήταν το αίτημα για ασφάλεια. Για απαρέγκλιτη τήρηση της νομιμότητας.

Μην λέμε τα αυτονόητα για την ΑΣΟΕΕ. Από τη στιγμή που βρέθηκαν αξεσουάρ αντιεξουσιαστικού αγώνα και η Σχολή χρησιμοποιείται ως καταφύγιο παρανόμων, η αστυνομική παρέμβαση πρέπει να θεωρείται επακόλουθο της κατάστασης που επικρατεί εκεί. Σε μία κανονική χώρα ακόμα και η κατάσταση των τοίχων του ιδρύματος θα προκαλούσε παρέμβαση των αρχών για φθορά δημόσιας περιουσίας. Ομως πέρα από την ΑΣΟΕΕ, υπάρχει μία σειρά περιστατικών κατά τα οποία τα αστυνομικά όργανα κινήθηκαν πάνω στη θολή γραμμή που χωρίζει τον επαγγελματισμό από την αυθαιρεσία. Το τελευταίο και πιο «χαριτωμένο» έχει να κάνει με τη μεταφορά στη ΓΑΔΑ ανθρώπων που έκαναν διαλογισμό. Εχουμε και καταγγελίες για αστυνομικές επιθέσεις με… σεξουαλικό περιεχόμενο. Ελέγχονται αυτές οι καταγγελίες; Εχει τραβηχτεί κανένα αφτί αστυνομικού; Πώς δίνει νόημα η πολιτική ηγεσία στις απαιτήσεις για επαγγελματισμό; Στην Ελλάδα οι αστυνομικοί συμπεριφέρονται όπως τα ηλιοτρόπια -γυρίζουν προς τα εκεί που βλέπουν φως. Και ενστικτωδώς μεταβολίζουν σε συμπεριφορά το κλίμα που εισπράττουν από την ηγεσία. Αυτό θα μπορούσες να το δεις ως ένα μείζον χρόνιο πολιτικό θέμα ή να το περιγράψεις απλώς ως έλλειμμα επαγγελματισμού. Εννοείται ότι σε κάποιο βαθμό παίζει ρόλο και ο τρόπος με τον οποίο τα προσλαμβάνει όλα αυτά η κοινωνία. Όταν ο Τσίπρας έκλεινε με κλούβες την Ηρώδου Αττικού και τα ΜΑΤ κοπανούσαν συνταξιούχους, δεν έτρεχε μία για ανθρώπους που σήμερα καταγγέλλουν ότι ζουν στο αστυνομικό κράτος του Μητσοτάκη.

Και γυρίζω πάλι στη δήλωση του Βορίδη. Κανένας δεν έχει δώσει εντολή σε αστυνομικούς να παίρνουν μέσα ανθρώπους που κάνουν διαλογισμό ή πιτσιρικάδες που έβλεπαν ακατάλληλη ταινία. Είναι όμως το κλίμα, η ατμόσφαιρα που καλλιεργείται από τέτοιες δηλώσεις που τους οδηγεί πέρα από τη γραμμή. Είναι η έπαρση του ανεξέλεγκτου. Μέχρι οι αστυνομικοί να μάθουν ότι το πολιτικό τους κριτήριο πρέπει να μένει σπίτι, καλό θα ήταν οι φορείς της εξουσίας να μετρούν περισσότερο τα λόγια τους.