Οι «Ρετσίνες» του Ζουργού

Αν είσαι τυχερός και βάλεις πολλά χρόνια στην άκρη, έρχεται ο καιρός που κατεβαίνεις στο υπόγειο της ζωής σου και βλέπεις όλα όσα καταχώνιασες ελπίζοντας να τα ξεχάσεις. Εκεί κάτω κυκλοφορούν, σαν φυλακισμένα στοιχειά όλες οι προηγούμενες εκδοχές του εαυτού σου. Το παιδί που άλλαξε δέρμα και έγινε νιότη, ο νέος, ο ώριμος, ο μεσήλικας. Δεν σε αναγνωρίζουν. Και εσύ κάνεις ότι δεν τους βλέπεις.

Oταν βαδίζεις στις εσχατιές του βίου θέλεις να κλείσεις τις εκκρεμότητες με το παρελθόν. Πιστεύεις ότι έχεις το θάρρος να σταθείς μπροστά τους και να τις ξορκίσεις με την αίσθηση της ματαιότητας. Όμως πώς μπορείς να σβήσεις κάτι που έχει χαραχτεί σε μάρμαρο; Ακόμα και αν το τρίψεις με θυμό ή το λειάνεις με δάκρυα, θα μείνει ένα ανεξίτηλο σημάδι. Και όταν όλα τελειώσουν αυτό το μάρμαρο θα μπει πάνω από το χώμα που σε σκεπάζει.

«Οι ρετσίνες του βασιλιά», το τελευταίο μυθιστόρημα του Ισίδωρου Ζουργού ανιχνεύει αυτό ακριβώς: την επώδυνη κάθοδο στο υπόγειο της ζωής μας όταν ο χρόνος τελειώνει και το φως λιγοστεύει. Ο Λεόντιος, ένας εβδομηντάρης πετυχημένος μηχανικός και επιχειρηματίας αναστηλώνει το παλαιό αρχοντικό του νεκρού πεθερού του σε ένα ορεινό χωριό κάπου στην Ελλάδα -δεν έχει σημασία πού, κατά μία έννοια όλα τα χωριά ίδια είναι. Ο ήρωας μας είναι χήρος με τρεις κόρες, έτσι για να γίνεται άμεση η συνομιλία με τον σεξπιρικό κόσμο δια του Βασιλιά Ληρ. Και ο Λεόντιος βασιλιάς ήταν στη ζωή του. Ηγεμόνευε σε ένα σπίτι με τέσσερις γυναίκες και κοίταζε πέρα, στη γραμμή του ορίζοντα, εκεί που έφτανε η φιλοδοξία του, αλλά και τα ταξίδια της φυγής από τον βρόγχο της οικογένειας. Μόνος πλέον, δέσμιος της χειρότερης μοναξιάς που γεννά η αποξένωση από τα παιδιά, ο Λεόντιος γίνεται βασιλιάς σε ένα ερημωμένο βασίλειο. Πίνει ρετσίνες στο καφενείο του χωριού και κοιτάζει πότε τη ζωή που άφησε πίσω του και πότε τον καθρέφτη.

Οι συνεπείς αναγνώστες του Ζουργού θα πάρουν στα χέρια τους ένα μυθιστόρημα που δεν μοιάζει με τα προηγούμενα αν και διατηρεί μία συγγένεια με τα «Ανεμόλια» -και τα δύο μυθιστορήματα πραγματεύονται τη βάσανο της ανδρικής ψυχής. «Οι ρετσίνες του βασιλιά» δεν είναι μία αφήγηση που απλώνεται στον χρόνο και στο χώρο, δεν έχουν έναν ιστορικό καμβά, ούτε χρησιμοποιούν τα γεγονότα ως αφορμή και μέσο. Τα περισσότερα μυθιστορήματα του Ζουργού, ακολουθούν μία γραμμική διαδρομή, παράλληλη με τις ζωές των ηρώων του. Στις «Ρετσίνες» δεν συμβαίνει αυτό. Εδώ ο ήρωας δεν επιστρέφει στα γεγονότα της ζωής του, αλλά στους ανθρώπους. Και κυρίως, στις προηγούμενες εκδοχές του εαυτού του. Και ανακαλύπτει ότι ο μόχθος του γήρατος αφορά κυρίως την προσπάθεια να συγχωρέσεις τον εαυτό σου.

Πρόκειται, ασφαλώς, για το πιο «βαθύ» βιβλίο του Ζουργού, το πιο «εσωτερικό». Αυτό είναι λογικό καθώς η έλλειψη «σκηνικού» και εικόνων συμπιέζει το περιγραφικό στοιχείο -όλα σε ένα χωριό συμβαίνουν. Δεν μας ενδιαφέρουν αυτά που βλέπει ο ήρωας, θέλουμε να ακούσουμε τη σκέψη του, να αισθανθούμε το βάρος που κουβαλάει. Αυτό ο Ζουργός το πετυχαίνει χρησιμοποιώντας ένα εύρημα που υιοθετεί και σε προηγούμενα μυθιστορήματα, μας επιτρέπει να διαβάσουμε ανεπίδοτες επιστολές του ήρωα, μας βάζει, δηλαδή, στη θέση του ψυχαναλυτή του. Επίσης το γλωσσικό ύφος είναι πιο λιτό, προσαρμοσμένο στις απαιτήσεις της αφήγησης -αν βάλεις τις «Ρετσίνες» δίπλα στην «Αηδονόπιτα», μπορεί, έστω στιγμιαία, να μην αναγνωρίσεις ότι πρόκειται για την ίδια γραφή.

«Οι ρετσίνες του βασιλιά» μας συστήνουν την εξέλιξη του συγγραφέα που πλέον περιγράφει εσωτερικά ταξίδια σε πιο σκοτεινές χώρες. Είναι μια βαθιά ματιά, από την απόσταση της ηλικίας, ο Ζουργός είναι 55 ετών, προς το γήρας και τις σκιές του. Αν το έγραφε στα 70 του, θα μπορούσε μετά να πετάξει τα μολύβια του, δεν θα χρειαζόταν να γράψει τίποτα άλλο.

*Το βιβλίο κυκλοφορεί από τις εκδόσεις «Πατάκη»