To ακραίο ως αυτονόητο

Ο φράχτης στον Έβρο κατασκευάστηκε το 2010 για να καλύψει εκείνο το σημείο των χερσαίων συνόρων όπου δεν μεσολαβεί ποτάμι. Ο ΣΥΡΙΖΑ είχε χαρακτηρίσει το έργο «υποκριτικό και απάνθρωπο», ενώ αρκετοί συμπολίτες μας συμμετείχαν σε πορεία διαμαρτυρίας στα σύνορα, συγκρουόμενοι με ΜΑΤ, αλλά και οπαδούς της Χρυσής Αυγής. Ωστόσο οι δημοσκοπήσεις έδειχναν υψηλό ποσοστό αποδοχής του έργου από την κοινή γνώμη.

Από τον Ιανουάριο ως τον Σεπτέμβριο του 2010, όταν και ολοκληρώθηκε το έργο, είχαν περάσει στην Ελλάδα 31.400 άτομα. Τι θα συνέβαινε τώρα στον Έβρο αν δεν είχε κατασκευαστεί ο φράχτης; Υπάρχουν μόνο δύο ενδεχόμενα: είτε θα περνούσαν χιλιάδες πρόσφυγες και μετανάστες ανεξέλεγκτα στη χώρα, είτε οι ελληνικές δυνάμεις ασφαλείας θα συγκρούονταν με «αμάχους» σε κάθε εκατοστό της συνοριογραμμής. Το πιθανότερο είναι ότι θα συνέβαιναν και τα δύο ταυτοχρόνως ή, καλύτερα, οι διελεύσεις δεν θα είχαν σταματήσει ποτέ και απλώς οι άνθρωποι που βρίσκονται σήμερα στα νησιά, θα ήταν κάπου στη Μακεδονία. Οι ελληνικές Αρχές απάντησαν με τον τρόπο που όλοι είδαμε στην πίεση που ασκείται από την άλλη πλευρά των συνόρων.

Ωστόσο υπάρχει μία ποιοτική διαφορά στα αντανακλαστικά της κοινής γνώμης. Πρώτον, το μεγαλύτερο ποσοστό της δείχνει να συμφωνεί με τη σκληρή στάση απέναντι στις ροές. Δεύτερον και πιο σημαντικό, αυτή τη φορά δεν ακούς πολλά περί αλληλεγγύης και ανθρωπισμού, ούτε βλέπεις στα social φωτογραφίες με γονείς που κρατούν στην αγκαλιά ένα μωρό και περιμένουν να μπουν στην Ελλάδα. Για ποιο λόγο συμβαίνει αυτό; Επειδή η πραγματικότητα επικάθεται πάνω στις ιδέες και τις συνθλίβει, μαζί με τα προσχήματα περί πολιτικής ορθότητας. Υπάρχει ένα σημείο το οποίο αν ξεπεραστεί, είναι το πρόβλημα που υπαγορεύει τη λύση του και όχι οι αρχές ή το μέτρο της ηθικής. Δείτε, για παράδειγμα, τη στάση που κρατάει τώρα ο ΣΥΡΙΖΑ μπροστά στην πίεση των ροών. Γνωρίζει ότι αν αρχίσει πάλι τα περί ανοιχτών συνόρων, όχι μόνο θα το πληρώσει δημοσκοπικά, αλλά θα κινδυνεύσει με πολιτική εξαφάνιση.

Ξέρω έναν άνθρωπο που έχει στοκάρει 400 ιατρικές μάσκες. Πήγε και τις αγόρασε με το που άκουσε για τον ιό, όταν αρρώστησαν οι πρώτοι Κινέζοι. Δεν μπορείς να τον χαρακτηρίσεις και τομάρι γιατί τις μοιράζει στους φίλους του, ειδικά σε αυτούς που υποστηρίζουν άτομα με επιβαρυμένη υγεία. Ωστόσο αυτές οι καταστάσεις προάγουν πάντα το ατομικό έναντι του συλλογικού. Στην αρρώστια δεν σκέφτεσαι και πολύ τους άλλους. Αρχίζεις και τελειώνεις με τον εαυτό σου. Άλλωστε σε περιπτώσεις όπως αυτή, οι άλλοι αποτελούν μία εν δυνάμει απειλή. Όχι μόνο για να σου μεταδώσουν τον ιό, αλλά για να σου πιάσουν το κρεβάτι στην Εντατική, να πάρουν πρώτοι τα μακαρόνια από το ράφι, να αγοράσουν την τελευταία μάσκα και τη συσκευασία με τα αντισηπτικά μαντηλάκια. Είναι μία συνθήκη που, ούτως ή άλλως, σε υποχρεώνει να πάρεις φυσικές αποστάσεις από τους άλλους, να περιορίσεις την κοινωνικότητα σου. Ε, όταν συμβαίνει αυτό, αρχίζει και αποτυπώνεται και στην ευρύτερη συμπεριφορά. Ο φόβος και η απειλή, ειδικά από κάτι που μπορεί να σε μεταδώσει ένας άλλος, δίνουν προτεραιότητα στο ένστικτο. Και τι πιο ισχυρό, πιο προσδιοριστικό από το ένστικτο της επιβίωσης; Έτσι και βρεθούμε στη δίνη μίας πανδημίας, θα δούμε πράγματα που δεν μπορούσαμε να φανταστούμε, ατομικές (αλλά και πολιτικές) συμπεριφορές από τη σφαίρα του αδιανόητου.

Η κατάσταση στα σύνορα και το ενδεχόμενο μίας πανδημίας είναι, φυσικά, δύο διαφορετικές περιπτώσεις. Ωστόσο και οι δύο διεγείρουν αντανακλαστικά που, υπό φυσιολογικές συνθήκες, θα εθεωρούντο ακραία. Ζούμε, όμως, σε καιρούς που η ίδια η κανονικότητα προσδιορίζεται από το ακραίο. Η χώρα κλείνει τα σύνορα και εσύ αναγκάζεσαι να κλειστείς στο σπίτι σου. Και οι δύο επιλογές είναι ακραίες. Συνιστούν, όμως, καταφυγές επιβίωσης. Ακόμα και αν οι αρχές, εθνικές, κοινωνικές και ατομικές, υπαγορεύουν κάτι διαφορετικό, συμβιβάζεσαι. Δέχεσαι το ακραίο ως αυτονόητο.