Ελεύθεροι πολιορκημένοι

Πρακτικά η απαγόρευση κυκλοφορίας προσθέτει μερικά δωρεάν SMS στη ζωή ενός συνετού και υπεύθυνου πολίτη. Δεν πρόκειται να την αλλάξει. Αν θέλει μπορεί να βγει και για την άσκηση ή το περπάτημά του, συνοδευόμενος μάλιστα από ένα άτομο. Θα πηγαίνει στη δουλειά του, αν μπορεί ακόμα, θα βγαίνει για ψώνια και για απολύτως απαραίτητες υποχρεώσεις κοινωνικής φύσεως, δηλαδή για κηδείες.

Ομως ακόμα και τώρα που διαβάζω αυτό που μόλις έγραψα, μου φαίνεται εξωφρενικό. Αδιανόητο. Αλλά και η πραγματικότητα που βιώνουμε τι είναι; Στέλνεις SMS για να βγεις από το σπίτι σου. Πλέον στα ΦΕΚ δημοσιεύονται πράγματα που δεν θα έμπαιναν ούτε σε σενάριο. Βέβαια αυτά που εφαρμόζονται εδώ, τα βλέπουν οι Κινέζοι και γελάνε. Εκεί, ας πούμε, σε βλέπει η κάμερα στον δρόμο, τρέχει η αναγνώριση προσώπου και από το στίγμα του κινητού γνωρίζουν που ήσουν και ποια διαδρομή ακολούθησες. Ενδεχομένως να ξέρουν και τι έκανες. Είναι η τεχνολογική εκδοχή του ολοκληρωτισμού που, μέχρι στιγμής, αποδεικνύεται και ο αποτελεσματικότερος τρόπος για τον έλεγχο μίας επιδημίας.

Αύριο μπορεί να υποδειχθεί ως πιο εξελιγμένο μέτρο η χρήση βραχιολιών που καταγράφουν ζωτικές λειτουργίες με αποτέλεσμα το σύστημα να γνωρίζει ποιος έχει πυρετό -υπάρχουν ήδη στο εμπόριο. Η πανδημία θέτει ένα δίλημμα ανάμεσα στην Ελευθερία και στην Υγεία αν και, όπως έγραψε ο Γιουβάλ Νόα Χαράρι, είναι μία διάζευξη που η ανθρωπότητα οφείλει να απορρίψει. Εξαρτάται, βέβαια, με ποιους όρους θα γίνει αυτή η κουβέντα. Αν είσαι Κινέζος δεν μπορείς να την κάνεις. Αν είσαι στη Δύση, τη στιγμή που θα απαντήσεις αρνητικά, θα δεις τον διπλανό σου να πληρώνει λιγότερα ασφάλιστρα επειδή φόρεσε το βραχιόλι. Είναι δε εξαιρετικά πιθανό να το φορέσεις και μόνος σου, μετά το τραύμα του Covid-19.

Απαγόρευση κυκλοφορίας. Προηγήθηκε η απαγόρευση μετακινήσεων στα νησιά, ο περιορισμός των συναθροίσεων, το κλείσιμο των καταστημάτων και των σχολείων. Ζούσαμε σε έναν πολύβουο κόσμο όπου ξαφνικά το μόνο που ακούγεται είναι η φωνή του Τσιόδρα να επαναλαμβάνει το «Μένουμε Σπίτι». Υπάρχουν δύο πράγματα που σε αφήνουν με το στόμα ανοιχτό. Το ένα έχει να κάνει με το ακραίο των συνθηκών. Το δεύτερο με την προσαρμοστικότητά μας. Είναι εκπληκτικό το πόσο ευπροσάρμοστες αποδεικνύονται οι κοινωνίες στην αλλαγή του τρόπου ζωής και μάλιστα από τη μία μέρα στην άλλη. Από τη μία είναι το ένστικτο της αυτοσυντήρησης που προτάσσει την επιβίωση ως κύρια και μοναδική προτεραιότητα. Οι άνθρωποι και οι κοινωνίες θα κάνουν τα πάντα για να επιβιώσουν. Προσαρμόζονται στο καινούργιο περιβάλλον για να βελτιώσουν τις πιθανότητές τους. Όμως και από την άλλη, δεν μπορείς παρά να σταθείς με δέος μπροστά στην ευκολία με την οποία γίνεται κάτι τέτοιο. Είναι πραγματικά πολύ εύκολο! Και, εντάξει, δεν μιλάμε μόνο για αντίστοιχες περιπτώσεις και ίδια μεγέθη. Φανταστείτε το σε μικρότερη κλίμακα, με μία άλλη «απειλή» που κατευθύνεται προς συγκεκριμένη κοινωνική ομάδα.

Η κρίση του κορονοϊού μας θυμίζει πόσο ευάλωτες γίνονται οι κοινωνίες σε καθεστώς φόβου και μάλιστα όταν η ίδια η τεχνολογία που, ενώ απελευθερώνει τη δικτύωση, χρησιμοποιείται για την καλλιέργεια, αλλά και τον έλεγχο συμπεριφορών. Όταν θα στείλουμε SMS για να βγούμε από το σπίτι θα έχουμε κάνει μία πράξη κοινωνικής ευθύνης απέναντι στους συνανθρώπους μας. Και ταυτοχρόνως θα επιστρέφουμε, στην πράξη, στο 1984. Όχι στην χρονολογία, στο βιβλίο.