Έχουν αξία τα καλά λόγια;

Οι μεγαλύτερες γενιές μάθαιναν στο σχολείο για μία δήλωση του Γουίνστον Τσόρτσιλ σχετικά με τους ήρωες που πολεμάνε σαν Έλληνες. Αυτή η δήλωση δεν έγινε ποτέ, πρόκειται περί μύθου, τον οποίο είχε καταπιεί μέχρι και η πρέσβης της Μεγάλης Βρετανίας στην Ελλάδα. Όμως μας αρέσουν κάτι τέτοια.

Είμαστε ένας λαός που έχει έντονο το σύνδρομο του «τι θα πει ο κόσμος», μία νοοτροπία που παραπέμπει στο παραδοσιακό ελληνικό χωριό. Γράφει ένα δίστηλο ο Guardian για τη Σαντορίνη και κάνουμε θέμα για το «επικό» άρθρο με τα «αποθεωτικά» σχόλια. Δημοσιεύει μία ανοησία η Bild και είμαστε έτοιμοι να ζητήσουμε τον λογαριασμό από τη Μέρκελ. Και αυτήν την περίοδο έχουμε βάλει τα καλά μας και υποδεχόμαστε τα θετικά σχόλια για την εθνική μας καμπύλη κορονοϊού. Λατρεύουμε να τα καταναλώνουμε, βάζοντας από πάνω δικούς μας τίτλους που αυξάνουν, έστω και λίγο, το βαθμό θαυμασμού. Και έχουμε την εικόνα μπροστά μας. Τον Βρετανό που ετοιμάζεται να πάει σε κηδεία συγγενούς, αλλά πιάνει πέντε λέξεις από το ρεπορτάζ του BBC για τη σανιδωμένη μας καμπύλη και στέκεται με ανοιχτό το στόμα μπροστά στην τηλεόραση. Τον Καλιφορνέζο που βλέπει μπροστά του τον Ειρηνικό, ακούει τον Τραμπ και σκέφτεται πόσοι τυχεροί είναι οι Έλληνες. Για τον Γιουβάλ Νόα Χαράρι δεν χρειάζεται να φτιάξουμε εικόνα, έχουμε το βίντεο.

Ο άνθρωπος ζει στο Ισραήλ, που τα έχει πάει επίσης καλά, πλην όμως δηλώνει ότι θα προτιμούσε να ηγείται η Ελλάδα και όχι οι ΗΠΑ του Τραμπ στην παγκόσμια προσπάθεια για την αντιμετώπιση του ιού. «Αυτό είναι καταθλιπτικό» μονολογεί αμέσως μετά ο δημοσιογράφος. Αλλά προφανώς έχει να κάνει με τον Τραμπ και όχι με τους θριαμβευτές της παγκόσμιας μάχης με τον ύπουλο και αδίστακτο ιό. Ο Μητσοτάκης έκανε ένα tweet με το οποίο ευχαρίστησε τον Χαράρι. Και καλά έκανε. Διότι για εκατομμύρια ανθρώπους ο Χαράρι γίνεται trendy ακόμα και όταν δεν λέει τίποτα πέρα από το αυτονόητο. Μπορεί ο Μπιλ Γκέιτς να μην είπε λέξη για την τουριστική μας καμπάνια, αλλά τον Χαράρι τον έχουμε και σε βίντεο, δεν το αμφισβητεί κανείς.

Το θέμα είναι αν έχουν καμιά ουσιαστική σημασία όλα αυτά. Έχουν. Γιατί τονίζουν την αλλαγή της εικόνας. Ένας από τους λόγους για τους οποίους η Ελλάδα αναφέρεται συχνά ως το φωτεινό παράδειγμα στη μάχη κατά της Covid-19 είναι επειδή μέχρι πρόσφατα ένα μεγάλο τμήμα του παγκόσμιου ακροατηρίου την αντιμετώπιζε περίπου ως failed state. Αν, ας πούμε, ζεις κάπου στην Αμερική και έχεις χάσει συνέχειες, τα τελευταία νέα που θυμάσαι από Ελλάδα ήταν για μία οικονομική κρίση και ξύλο στην πλατεία με τα ξενοδοχεία που δίνουν ωραία πλάνα από Ακρόπολη. Αυτός είναι και ένας βασικός λόγος που η Ελλάδα «παίζει» τόσο στη διεθνή ειδησεογραφία του κορονοϊού. Σε κάποιο βαθμό τους εντυπωσιάζει η επίδοση, δεν το περίμεναν.

Πρακτικό όφελος υπάρχει από όλα αυτά; Υπάρχει. Στην καχεκτική τουριστική περίοδο που ακολουθεί, όλο και θα παιχτεί το χαρτί της χώρας που δεν είχε πολλά κρούσματα, ειδικά όταν οι ανταγωνιστές έχουν ντυθεί στα μαύρα. Και για μία χώρα με μέλλον την εξωστρέφεια και την προσέλκυση ανθρώπων που αναζητούν υψηλή ποιότητα ζωής, τα καλά λόγια είναι χρήσιμα, αρκεί να μη διαψεύδονται.