Οι πρωταγωνιστές μίας δίκης

Ο Τζον Ντέμιανουκ ήταν δήμιος σε στρατόπεδο των ναζί. Κατάφερε να διαφύγει στις ΗΠΑ, όπου εντοπίστηκε έπειτα από σαράντα χρόνια. Εκδόθηκε στο Ισραήλ. Δικάστηκε και καταδικάστηκε σε θάνατο. Άσκησε έφεση. Το Ανώτατο Δικαστήριο του Ισραήλ τον αθώωσε, προκαλώντας σοκ και αγανάκτηση στην κοινή γνώμη της χώρας. Οι δικαστές γνώριζαν, φυσικά, ότι το κάθαρμα ήταν για κρεμάλα. Λειτουργώντας, όμως, ως δικαστήριο τον απάλλαξαν, καθώς θεώρησαν ότι τα στοιχεία για την καταδίκη του δεν ήταν αδιάσειστα.

Ζούμε σε έναν κόσμο όπου δεν υπάρχει δικαιοσύνη. Υπάρχει μόνο Δίκαιο. Και αυτές οι δύο έννοιες δεν ταυτίζονται πάντα. Το κοινό περί δικαίου αίσθημα δεν υφίσταται ως δικαστική συνθήκη. Ο δικαστής είναι υποχρεωμένος να παραμείνει προσηλωμένος στους κανόνες και τα στοιχεία. Δεν αποφασίζει βάσει συναισθήματος, δεν επιτρέπεται να το επικαλεστεί, οφείλει, υποχρεούται διά του νόμου, να είναι απαθής και ευπρεπής.

Κάθε υπόθεση που συγκλονίζει την κοινή γνώμη εξελίσσεται σε δύο επίπεδα: στη φυσική δίκη και στο «λαϊκό δικαστήριο». Λογικό. Ανθρώπινο. Οταν, όμως, τα δύο επίπεδα αρχίζουν να συγκλίνουν, τότε γεννάται πρόβλημα. Τα δικαστήρια εκδίδουν τις αποφάσεις τους στο όνομα του ελληνικού λαού, αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι οφείλουν και να τον εκφράζουν. Και αυτό είναι πρωτίστως προς το συμφέρον του λαού, λειτουργεί ως δικλείδα υπέρ της Δημοκρατίας. Αν η Δικαιοσύνη βούλεται καθ’ υπόδειξη του λαού, τότε αυτοκαταργείται, στρέφοντας τη Δημοκρατία προς την οχλοκρατία.

Όπως ήταν αναμενόμενο, η δίκη Τοπαλούδη προκάλεσε έντονη συναισθηματική φόρτιση στο κοινωνικό ακροατήριο που, στη μεγάλη πλειοψηφία του, ταυτίστηκε με το ύφος που υιοθέτησε η εισαγγελέας της έδρας και απαξίωσε ηθικά τις αγορεύσεις των συνηγόρων. Ταυτόχρονα είχαμε και το σχόλιο μέλους της κυβέρνησης που δημιούργησε πολιτικό θέμα με την αντιπολίτευση να απαιτεί την αποπομπή του. Όλα αυτά έχουν εξαιρετικό ενδιαφέρον και αξίζει να τα παρατηρήσουμε από κοντά.

Η εισαγγελέας της έδρας εξέφρασε, πράγματι, το κοινό περί δικαίου αίσθημα, κατά παράβαση, όμως του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας και της δικαστικής μας κουλτούρας. Επίσης, στην αγόρευσή της υιοθέτησε παραποιημένα τσιτάτα που αλίευσε από γκρουπ στο Facebook, έκανε σχετικές αναρτήσεις, έβαλε τα κλάματα, παρέλαβε λουλούδια από τον πατέρα του θύματος. Το σχετικό άρθρο του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας καλεί τον δικαστή να είναι απαθής, ευπρεπής, αμερόληπτος και ψύχραιμος. Η κυρία Δόγκα δεν ήταν τίποτα από όλα αυτά. Μοιραζόμαστε τα αισθήματα και την πρόθεσή της. Το πρόβλημα είναι ότι, πέρα από την παραβίαση των σχετικών άρθρων, η στάση της ενδέχεται να δώσει λαβή στους κατηγορουμένους ώστε να κινηθούν περί κακοδικίας ακόμα και στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων. Και ποιος, αλήθεια, θα ευθύνεται τότε; Δεν υπάρχει νομικός που να μη συμφωνεί ότι η υπόθεση ήταν περίπατος για την εισαγγελέα. Η κυρία Δόγκα, όμως, προτίμησε να κάνει αναρτήσεις στο Facebook. Ο Αλέξης Κούγιας, συνήγορος της οικογένειας, δήλωσε ότι αν αυτή η αγόρευση πάει στο ΕΔΔΑ, τότε τίθεται θέμα δίκαιης δίκης.

Παρεμπιπτόντως, διαβάζοντας τα σχόλια στην κοινωνική δικτύωση, θα διαπιστώσετε και εσείς ότι πολλοί άνθρωποι συγχέουν τον ρόλο του εισαγγελέα με αυτό που βλέπουν στις αμερικανικές σειρές. Στο αγγλοσαξονικό δικαστικό σύστημα ο εισαγγελέας είναι «κατήγορος», «συνήγορος της Πολιτείας», για αυτό και κάθεται απέναντι από τον συνήγορο υπεράσπισης, είναι, δηλαδή, διάδικος. Στο δικό μας σύστημα ο εισαγγελέας είναι δικαστικός λειτουργός. Για αυτό και συχνά τάσσεται υπέρ της απαλλαγής του κατηγορουμένου, στηριζόμενος σε στοιχεία.

Παρακολουθώντας τις αγορεύσεις των συνηγόρων υπεράσπισης, ακούσαμε και πραγματικά χυδαίους ισχυρισμούς. Ανήθικους. Προσβλητικούς προς τη μνήμη του θύματος. Με μισογυνισμό. Οι υπερασπιστές δεν έχουν παραβιάσει κανόνες της ποινικής δικονομίας. Έχουν, όμως προκαλέσει το κοινό αίσθημα και την ηθική μας. Εδώ γεννάται ένα άλλο θέμα: μέχρι πού μπορεί να φτάσει ένας υπερασπιστής για να σταθεί, ως υποχρεούται και ο νόμος ορίζει, δίπλα στον πελάτη του; Ναι, εννοείται, δεν δύναται να παρανομήσει. Όμως ποιες είναι οι εσωτερικές σταθμίσεις που κάνουν στη συνείδησή τους; Πώς είναι δυνατόν, αλήθεια, να εκστομίζουν αυτά τα πράγματα για μία κοπέλα που βρήκε τέτοιο θάνατο; Είναι, άραγε καθήκον, ή έλλειψη ηθικών αναστολών; Οι συνήγοροι είναι λειτουργοί της Δικαιοσύνης και παράγοντες της δίκης. Πού τίθεται το όριο; Πού πέφτει ο κόφτης της ηθικής; Μήπως τελικά, όταν η εισαγγελέας καταφέρθηκε εναντίον τους, ήθελε να δείξει ακριβώς αυτό; Υπάρχουν και όρια, κύριοι.

Τέλος είναι η υπόθεση Σκέρτσου και το σχόλιο που έκανε. Και εδώ υπάρχουν δύο πλευρές για να το παρατηρήσεις. Ο Σκέρτσος έκανε λάθος. Σχολίασε μία δίκη σε εξέλιξη αν και διευκρίνισε ότι κάνει ως πολίτης. Σχολίασε όμως το ύφος, όχι το περιεχόμενο της αγόρευσης και αυτό, κατά την πολιτική αγωγή, δεν συνιστά παρέμβαση. Στα social γίνεται μία κουβέντα συμψηφισμού με παλαιότερα σχόλια Πολάκη. Δεν ισχύει, καθώς η δίκη δεν είχε πολιτικό ενδιαφέρον, ούτε άγγιζε παρεμφερή συμφέροντα.