Tα ονόματα της πρώτης σελίδας

Ακόμα και οι άνθρωποι που εργάζονται για δεκαετίες στους Times της Νέας Υόρκης δεν θυμούνται πότε ήταν η τελευταία φορά που η εφημερίδα κυκλοφόρησε χωρίς ούτε μία φωτογραφία ή ένα σκίτσο στην πρώτη σελίδα. Όμως αυτό το πρωτοσέλιδο θα το θυμόμαστε όλοι για όσο ζούμε. Και θα το θυμούνται και αυτοί που θα έρθουν μετά από μας.

Ήθελαν να φτιάξουν ένα πρωτοσέλιδο για τους εκατό χιλιάδες νεκρούς. Γραφιστικά έπαιζαν με τον αριθμό. Σκέφτηκαν, όμως, ότι οι άνθρωποι δεν είναι αριθμοί. Μία ομάδα συντακτών άρχισε να διαβάζει νεκρολογίες από δεκάδες εφημερίδες ανά τη χώρα. Ένας διευθυντής ορχήστρας από την Ουάσιγκτον «με θαυμαστό μουσικό αυτί». Ένας εφευρέτης από το Σικάγο. Ο απόστρατος από τη Νέα Υόρκη, η ιδιοκτήτρια ανθοπωλείου στη Νέα Ορλεάνη. Χίλια ονόματα. Χίλιες ζωές. Χίλιοι θάνατοι. Το 1% των ανθρώπων που έχει χάσει, μέχρι στιγμής, η χώρα. Ο Τραμπ ήταν για γκολφ.

Ναι, φυσικά, το πρωτοσέλιδο είναι μία λαμπρή στιγμή της δημοσιογραφίας. Αποτυπώνει την καταγγελία χωρίς μία λέξη άποψης. Αρκούν τα ονόματα των νεκρών που, για να είμαστε απολύτως ειλικρινείς, δεν έχουν μόνο το όνομα του Τραμπ στο φέρετρό τους. Πίσω από την τραγωδία στις ΗΠΑ δεν βρίσκεται μόνο ένας παράφρων πρόεδρος, αλλά και ένα αποκεντρωμένο και δαιδαλώδες σύστημα λήψης αποφάσεων σε πολιτειακό και ομοσπονδιακό επίπεδο.

Αυτό το πρωτοσέλιδο, μέσα από την τραγικότητα του, αναδεικνύει τη σημαντικότερη κατάκτηση του δυτικού πολιτισμού: την απόδοση ανυπολόγιστης αξίας στην ανθρώπινη ζωή. Για αυτό και δεν θα μπορούσε να τυπωθεί σε καμία προγενέστερη ιστορική περίοδο εκτός από αυτή που ζούμε τώρα. Στο παρελθόν οι νεκροί δεν θα είχαν καν όνομα, θα ήταν ψηφία μίας στατιστικής που η ανθρωπότητα όφειλε μοιρολατρικά να αποδεχθεί. Όχι πια. Πλέον η ανθρώπινη ζωή έχει τόση αξία όση και η ιστορία της. Δεν μιλάμε πια για νεκρούς, αλλά για ζωές που τερματίστηκαν. Και δεν έχει πλέον καμία σημασία αν οι περισσότεροι από αυτούς ήταν σε ηλικία με λίγους κόκκους άμμου στην κλεψύδρα τους. Στις μέρες μας ο απρόβλεπτος, ο αναπάντεχος, ο εκτός προγράμματος θάνατος βιώνεται ως κάτι μη φυσιολογικό. Ο θάνατος, γενικά, τείνει να αντιμετωπιστεί ως «ασθένεια», ως κάτι που γίνεται μετά βίας αποδεκτό. Αυτό δεν είναι ούτε παράλογο, ούτε εξεζητημένο. Είναι επίτευγμα της ανθρωπότητας.

Δεν θα μπορούσαμε να κάνουμε την ίδια συζήτηση πριν από πενήντα χρόνια. Τότε η πανδημία θα εγγράφετο στη συνείδηση της ανθρωπότητας ως μία ασθένεια που σκοτώνει τους γέρους -τόσο ωμά και κυνικά. Τώρα μετράμε τις χαμένες ζωές μία προς μία, κοιτάζουμε μέσα στις ΜΕΘ, χειροκροτάμε συγκινημένοι τους ανθρώπους που τα καταφέρνουν. Η πανδημία δεν μας θύμισε, μόνο, πόσο πολύτιμη είναι η ανθρώπινη ζωή. Μας έδειξε και ότι το έχουμε κατανοήσει αυτό, έχει γίνει κτήμα και συνθήκη της συλλογικής μας συνείδησης. Ποτέ στο παρελθόν η ζωή δεν ήταν τόσο μεγάλη, αλλά και ποτέ δεν θεωρείτο τόσο μικρή.