Όχι φιλιά, μόνο λέξεις

Το Μεγάλο Σάββατο πήγα στην κηδεία ενός φίλου. Κωδικός μετακίνησης 5. Πήρα τη θλίψη από τα μάτια μου για να παρατηρήσω καλύτερα τις εικόνες -και ο μακαρίτης το ίδιο θα έκανε, δημοσιογράφος ήταν και μάλιστα καλός. Ήταν η πιο περίεργη κηδεία που έχω παρακολουθήσει.

Μία χούφτα άνθρωποι ήμασταν, αλλά στην εκκλησία μπήκαν μόλις πέντε. Και αυτοί πήραν τις αποστάσεις τους. Θρήνος χωρίς αγκαλιά, δάκρυα χωρίς χάδι. Όταν τελείωσε η τελετή οι νεκροπομποί κουβάλησαν το φέρετρο έξω. Μαύρα κουστούμια. Μαύρες μάσκες. Μαύρα γάντια. Χωρίς στόμα, σχεδόν χωρίς πρόσωπο. Έλεγες ότι θα πετάξουν και θα τον πάρουν μαζί τους -ο ίδιος θα σχολίαζε με καγχασμό. Ο ήχος που βγάζει το χώμα όταν πέφτει στο φέρετρο είναι μοναδικός. Μια φορά να τον ακούσεις, δεν τον ξεχνάς ποτέ. Είναι σαν να σου δίνει χαστούκια ο Χάρος, μήπως και ξυπνήσεις και καταλάβεις πόσο τυχερός είσαι που ζεις. Εκεί, λοιπόν, δίπλα στο ανοιχτό μνήμα, ένας τύπος με μάσκα και πλαστικά γάντια μας έδινε τα απαραίτητα τριαντάφυλλα για το κατευόδιο του αγαπημένου μας μικρού. Και λίγο μετά, στην έξοδο του νεκροταφείου, ξεκίνησε ο αποχαιρετισμός της οικογένειας. Σχεδόν σε στάση προσοχής μπροστά στη χήρα, λες και είχαμε μπροστά μας μνημείο και στεφάνι. Τα γνωστά αμήχανα λόγια, οι υποσχέσεις για «ό,τι χρειαστείς εδώ είμαι» και, από λίγους, ένα άγγιγμα στον ώμο. Ούτε μία αγκαλιά. Αφίλητος πόνος.

Το περασμένο Σάββατο έγινε το μνημόσυνο. Κόσμος πολύς. Όσοι δεν κατάφεραν να έρθουν στην κηδεία, πήραν τη δεύτερη ευκαιρία για τον αποχαιρετισμό στον φίλο. Μικρά πηγαδάκια κοινωνικής συνέρευσης, κλίμα όχι πένθιμο, η απώλεια έχει μεταβολιστεί σε συμβιβασμό. Και οι αποστάσεις ήταν μικρότερες. Όμως χωρίς αγκαλιές, χωρίς φιλιά. Βρέθηκα με μια παλιά συνάδελφο από τη Θεσσαλονίκη. Είχα να τη δω 25 χρόνια. Απλωσε το χέρι της για χειραψία, ενδεχομένως βρήκε την κίνηση ως υποκατάστατο του απαγορευμένου διπλού ασπασμού. Το πήρα. Τραβήχτηκε σχεδόν αμέσως. «Δεν είναι σωστό» μου είπε, ίσως και με ελαφρά ενοχή. Ναι, μάλλον δεν ήταν σωστό. Ήταν, όμως, η μοναδική χειραψία που έκανα εδώ και τέσσερις μήνες.

Το ίδιο απόγευμα, βαδίζοντας σε ένα εμπορικό κέντρο, άκουσα το όνομά μου. Ήταν ένας φίλος. Φορούσε μάσκα, στοιχείο που έκανε τον εγκέφαλο μου να απαιτήσει ένα δευτερόλεπτο παραπάνω χρόνο για να επιτρέψει στις συνάψεις του να προχωρήσουν στην αναγνώριση προσώπου. Νομίζω ότι τον αναγνώρισα από τα μάτια και τα μαλλιά. Μιλήσαμε για μερικά λεπτά, από τη γνωστή απόσταση, χωρίς χειραψίες και τα λοιπά από το παλιό σύμπαν. Η μάσκα είναι το προφυλακτικό των καιρών μας. Και εκεί κατάλαβα ότι στην εποχή της μάσκας, η επικοινωνία καθίσταται ελλειμματική καθώς δεν μπορείς να δεις την έκφραση του συνομιλητή σου. Ακόμα και αν χαμογελάσει, δεν θα το δεις. Θα πρέπει να το συμπεράνεις από την κίνηση του υφάσματος ή από το μικρό φλασάκι που ανάβει στιγμιαία στη ματιά. Για να έρθεις πιο κοντά, για να καταλάβεις τον άλλον καλύτερα, θα πρέπει πλέον να εστιάζεις στα μάτια. Αν είναι κοντινός, δεν επιτρέπεται να τον αγκαλιάσεις ή να τον φιλήσεις. Δεν μπορείς με το άγγιγμα να του μεταβιβάσεις αισθήματα και ενέργεια. Πρέπει να τα περιγράψεις με λέξεις. Η θέρμη της αγκαλιάς να αποτυπωθεί με ήχους. Η απουσία του φιλιού να καλυφθεί από λόγια. Λόγια που θα πέφτουν στο κενό της αμηχανίας από την έλλειψη επαφής.

Στέκεσαι μπροστά σε κάποιον που, υπό κανονικές συνθήκες, θα ήθελες να αγκαλιάσεις. Και φοράτε και οι δύο μάσκα. Είναι, περίπου, σαν να μιλάτε στο τηλέφωνο. Θα υποκαταστήσεις την επαφή με λέξεις, ίσως με εκφράσεις πιο έντονες, πιο συναισθηματικές, εν τέλει πιο ουσιαστικές. Είναι ένας νέος κοινωνικός και επικοινωνιακός κώδικας τον οποίο αφομοιώνουμε με απίστευτη ταχύτητα. Κάποιος μπορεί να πει ότι το άγγιγμα αφήνει τη σάρκα και απευθύνεται στη ψυχή. Εγώ τρομάζω, λέω ότι δεν είναι ανθρώπινο. Όμως, από την άλλη, οι άνθρωποι αλλάζουν συνέχεια, έτσι δεν είναι;

*Aφιερωμένο στον Ρίζο