Αυτοί που ξέρουν και δεν μιλάνε

Μπροστά στις τελευταίες αποκαλύψεις αντιδρούμε όπως οι τρόφιμοι Παρθεναγωγείου που ένα βράδυ βλέπουν ξαφνικά τον επιστάτη γυμνό. Γουρλώνουμε τα μάτια, βάζουμε το χέρι στο στόμα, αφήνουμε και ένα μικρό επιφώνημα, αμφίσημο ως προς αυτό που εκφράζει. Είναι άλλο να ξέρεις τι υπάρχει κάτω από το παντελόνι και άλλο να το βλέπεις μπροστά στα μάτια σου.

Όλο αυτό είναι, ασφαλώς, εξόχως διδακτικό. Η ανατομία του επιστάτη και του πολιτικού συστήματος. Είτε είσαι κοπελίτσα στο Παρθεναγωγείο είτε πολίτης μπροστά στο περίπτερο, μαθαίνεις, αντιλαμβάνεσαι, θυμάσαι πώς λειτουργούν τα πράγματα. Και μετά μπορείς, φυσικά, να υιοθετήσεις συμπεριφορά ορθόδοξου Εβραίου όταν ακούει κάποιον να επικαλείται επί ματαίω τον Γιαχβέ. Γνωρίζεις ότι το κάνουν και άλλοι, αλλά τώρα στο λένε τα ίδια σου τα αφτιά.

Κάπως έτσι, λοιπόν, τις τελευταίες εβδομάδες ασχολούμαστε με τις κουβέντες του Παππά προς τον Μιωνή, τις ενδείξεις που μετουσιώνονται σε αποδείξεις για τον μηχανισμό Παπαγγελόπουλου, τον Καμμένο που, ωρυόμενος, απαιτεί ενώπιον του Πρωθυπουργού να λάβει τις υπηρεσίες ανώτατου δικαστικού, τις συνομιλίες ανώτατων αξιωματικών της ΕΛΑΣ που, αγχωμένοι, σπεύδουν να ικανοποιήσουν απαιτήσεις που πιεστικά εγείρει η κυρία Τζούλη Καμμένου. Και λέμε και γράφουμε για τους πολιτικούς που καλλιέργησαν ή υπέθαλψαν τη λειτουργία παρακρατικών μηχανισμών, εξευτέλισαν «κάθε λέξη του Συντάγματος», μετήλθαν πρακτικών που αλλοιώνουν ή καταλύουν λειτουργίες του πολιτεύματος. Και όλα αυτά είναι σωστά. Δεν υπάρχει λάθος, δεν χωράνε και συμψηφισμοί. Πάνε εξήντα χρόνια από τη δολοφονία του Λαμπράκη και τριάντα από το ’89.

Όμως ξεχνάμε κάτι.

Τίποτα από όσα συζητάμε δεν θα υφίστατο χωρίς επίορκους κρατικούς και δικαστικούς λειτουργούς. Αν, για παράδειγμα, αληθεύουν όσα ακούσαμε στην Προανακριτική για Παπαγγελόπουλο, τότε στους κόλπους της Δικαιοσύνης υπάρχει ένας ικανός αριθμός δικαστικών, δεκτικός στην επηρεασμό και στη χειραγώγηση από πολιτικούς εντολείς. Ομοίως στην Αστυνομία κυκλοφορούν αξιωματικοί που λειτουργούν ως μέλη συνδικάτου του εγκλήματος, κάνουν δουλειές στις παρυφές του πολιτικού συστήματος.

Περιέργως δεν ασχολούμαστε ιδιαίτερα μαζί τους. Ειδικά οι δικαστικοί αντιμετωπίζονται καμιά φορά περίπου ως υπάλληλοι που, μην έχοντας άλλη επιλογή, υπάκουσαν στις εντολές των πολιτικών προϊσταμένων. Ναι, ασφαλώς, ο πολιτικός δάκτυλος προσδίδει, ας πούμε, κάποια ελαφρυντικά στη συμπεριφορά τους. Στην τελική με δημοσίους υπαλλήλους έχουμε να κάνουμε, με ανθρώπους που παίρνουν έναν συμβατικό μισθό και γύρω τους βλέπουν να γυρίζουν εκατομμύρια. Όμως του κερατά, είναι, αλήθεια, τόσο απίθανο να βγει κάποιος και να τα καταγγείλει όλα αυτά τη στιγμή που γεννιούνται, την ώρα της σποράς; Ναι, βέβαια, εμφανίστηκαν κάποιοι στην Προανακριτική, αλλά το κουβάρι είχε ήδη αρχίσει να ξετυλίγεται, ήταν σχεδόν στη μέση του. Ομοίως και στην Αστυνομία: πώς είναι δυνατόν να λειτούργησε τόσο καλά η ομερτά;

Δεν έχουμε, λοιπόν, να κάνουμε μόνο με κακούς, αδίστακτους πολιτικούς που, ούτως ή άλλως, υπάρχουν ως ποσόστωση σε όλες τις παρατάξεις. Δεν βρίσκουμε μπροστά μας μόνο επίορκους δικαστικούς και διεφθαρμένους αστυνομικούς. Παρατηρούμε και τη σκοτεινή ύλη ενός μικρού σύμπαντος που ξέρει και δεν μιλάει. Που γνωρίζει, αλλά δεν παρεμβαίνει. Που σιωπά, ενώ έπρεπε να ουρλιάζει. Και καμιά φορά σκέφτομαι ότι αυτή η συμπεριφορά αντανακλά τον δικό μας κυνισμό, τη στωικότητα που μας κρατάει όρθιους.