Κυβέρνηση πανδημίας

Με ορολογία Formula 1 ο Μητσοτάκης ξεκίνησε την κούρσα την πρωθυπουργίας από την pole position. Παρέλαβε μία χώρα εκτός μνημονίων, με τις αγορές να επενδύουν στην εκλογή του, ενώ ένα κεντρικό εθνικό θέμα είχε μόλις τακτοποιηθεί. Και φυσικά η σύγκριση με τον προκάτοχο του ήταν ευνοϊκή. Δεν θέλει δα και κόπο για να φτιάξεις μία κυβέρνηση καλύτερη από το σχήμα των Τσίπρα-Καμμένου.

Ο Μητσοτάκης, λοιπόν, έχει ένα ανομολόγητο χρέος προς τον Τσίπρα. Του παρέδωσε μία χώρα προς επανεκκίνηση, με τον λαό της να μπαίνει στο στάδιο της ενηλικίωσης, πετώντας από πάνω του το σκούρο χνούδι του λαϊκισμού. Το 2015 οι Έλληνες ψήφισαν πιστεύοντας ότι θα αλλάξουν την Ευρώπη και θα βάλουν λεφτά στην τσέπη. Το 2019 ψήφισαν για να μειωθεί ο ΕΝΦΙΑ και να ενισχυθεί το αίσθημα της ασφάλειας. Ψήφισαν για μία κανονικότητα που είχε υπονομευθεί από ερασιτεχνισμούς, ιδεοληψίες και χυδαίο λαϊκισμό.

Ποιο ήταν το κεντρικό σύνθημα με το οποίο πολιτεύτηκε προεκλογικά ο Μητσοτάκης; Ο Τσίπρας και ο Σαμαράς έσκιζαν μνημόνια, ο Παπανδρέου μοίραζε λεφτά, ο Καραμανλής επανίδρυε το κράτος, ο Σημίτης έφερνε εκσυγχρονισμό και ευρώ. Ο Μητσοτάκης; Κατέβηκε στην αρένα χωρίς σύνθημα, αλλά με πλαίσιο. Υποσχέθηκε στη χώρα αυτό που εξέλειψε την τελευταία δεκαετία: κανονικότητα. Αυτό περιέχει στον πυρήνα του το αρχετυπικό «Ησυχία, τάξη και ασφάλεια». Αλλά, εν τέλει, είναι και αυτό που έρχεται πρώτο στις αναζητήσεις της κοινής γνώμης. Ωστόσο ο Μητσοτάκης κρίνεται, προς το παρόν, όχι για τη συνέπεια έναντι προβλέψεων και υποσχέσεων, αλλά για τον χειρισμό του απρόβλεπτου. Πέρσι τέτοιες μέρες λέγαμε ότι η κυβέρνηση του θα κριθεί από τις επιδόσεις στην οικονομία, στους αναπτυξιακούς δείκτες και στην ασφάλεια. Τελικά ο πρώτος χρόνος αποτιμάται βάσει της συμπεριφοράς έναντι του απρόβλεπτου, δηλαδή εκεί που πραγματικά δοκιμάζονται οι ηγεσίες.

Και στις δύο περιπτώσεις, στον Εβρο και στην πανδημία, δεν αποτιμάται θετικά μόνο η αποφασιστικότητα, αλλά και η ταχύτητα των αντανακλαστικών. Συνεπώς για τον πρώτο χρόνο, ακόμα και αν εξετάσεις την κυβέρνηση κάτω από μεγεθυντικό φακό, τα αποτυπώματα της πανδημίας και της κρίσης στον Εβρο σκεπάζουν σχεδόν τα πάντα. Ο Μητσοτάκης τα αντιμετώπισε αποτελεσματικά, σε βαθμό που όταν ο Τσίπρας δηλώνει ότι είναι έτοιμος να βγάλει τα κάστανα από τη φωτιά, από το βάθος ακούγονται χάχανα.

Τα οικονομικά μπαίνουν, προς το παρόν, σε μία ομιχλώδη παρένθεση, θα ξέρουμε σε λίγους μήνες ποια θα είναι η κατεύθυνση που παίρνουν. Δεν είναι καλή, αλλά αυτή η κρίση, σε συνδυασμό με τους ευρωπαϊκούς πόρους, μπορεί, στα αλήθεια, να αποτελέσει ευκαιρία μεταρρυθμίσεων. Πάντως η φιέστα με την κατεδάφιση στο Ελληνικό έδειξε το άγχος της κυβέρνησης ώστε να υπάρχει η έναρξη του έργου στα πρώτα της γενέθλια -αν μη τι άλλο, πρόκειται για τη μεγαλύτερη ασυνέπεια έναντι του προγραμματικού της λόγου.

Στο άλλο μεγάλο μέτωπο για το οποίο κρίνεται η κυβέρνηση, είναι η ασφάλεια. Πώς τα πήγε εκεί; Στη χώρα που η έννοια της ασφάλειας έχει έντονο ιδεολογικό στίγμα, καλό είναι να περιμένουμε τα επίσημα στοιχεία, να μάθουμε πώς εξελίχθηκε η εγκληματικότητα, αν άλλαξε κάτι στον χάρτη των επεισοδίων και αν αυξήθηκαν οι καταγγελίες για αστυνομική αυθαιρεσία. Διάβαζα πρόσφατα, ήταν δίπλα-δίπλα, δύο άρθρα κατοίκων των Εξαρχείων. Η μία κυρία έλεγε ότι ζει σε περιβάλλον χούντας και η άλλη έγραφε ότι, επιτέλους, μπορεί να κινηθεί με ασφάλεια. Ποια έχει δίκαιο; Πιθανότητα και οι δύο, το ένα δεν αποκλείει το άλλο σε μία περιοχή με τόσο ακραία χαρακτηριστικά. Στην κοινή γνώμη, καλλιεργείται η αίσθηση ότι τα κρούσματα αστυνομικής αυθαιρεσίας πολλαπλασιάζονται, καθώς κάποια όργανα της τάξεως προβαίνουν σε επιχειρησιακές ερμηνείες της πολιτικής κατάστασης. Ο Μιχάλης Χρυσοχοϊδης, πάντως, ανήκει στους πιο δημοφιλείς υπουργούς της κυβέρνησης.

Στο Προσφυγικό η κυβέρνηση πήγε να χάσει τη μπάλα στην αρχή της θητείας της. Κατάλαβε γρήγορα το λάθος της με την κατάργηση του υπουργείου Μεταναστευτικής Πολιτικής, έστειλε ΜΑΤ στους νησιώτες, ζαλίστηκε στην ενδοχώρα και, μεταξύ μας, βρήκε σωσίβιο στην πανδημία. Η διαχείριση του θέματος παραμένει αγκάθι και απαιτεί ρήξεις που, προς το παρόν, δεν μας έχει πείσει ότι είναι διατεθειμένη να κάνει, ειδικά με τις τοπικές κοινωνίες της ενδοχώρας.

Στα εθνικά είναι μία διαχείριση που παίζει το παιχνίδι των συμμαχιών, προσπαθεί να φυλάξει το δεξί της πλευρό από τις εσωκομματικές πιέσεις και ίσως κληθεί να λάβει γενναίες αποφάσεις για τα ελληνοτουρκικά. Τόσο γενναίες, που δύσκολα θα αποφύγει την προσφυγή στο συμβούλιο πολιτικών αρχηγών. Επίσης θα ήταν άδικο να μην επισημάνουμε την καλή παρουσία του Μητσοτάκη, σε επίπεδο performance, στη διεθνή εκπροσώπηση της χώρας.

Το «επιτελικό κράτος» δεν ήταν όπως μας το περιέγραφαν. Έχει θεσμικές και λειτουργικές αρρυθμίες που καλύπτονται από την αποτελεσματικότητα της ομάδας στο Μαξίμου. Επίσης οι εξωκοινοβουλευτικοί τεχνοκράτες δεν απέδωσαν τα αναμενόμενα και αυτό θα επιβεβαιωθεί, όπως φαίνεται, στον επικείμενο ανασχηματισμό. Από την άλλη, στα βασικά θέματα, δεν υπάρχει κυβέρνηση Μητσοτάκη, αλλά ο Μητσοτάκης ως κυβέρνηση. Ο ίδιος έχει διαχειριστεί την πολιτική και το προφίλ του με τέτοιον τρόπο ώστε συχνά νομίζεις ότι θέλει να σου δείξει τις αποστάσεις που παίρνει από το ίδιο του το κόμμα. Το απέδειξε, άλλωστε, με την εκλογή της Κατερίνας Σακελλαροπούλου στην Προεδρία της Δημοκρατίας. Το δείχνει και τώρα, με τις αποκαλύψεις για τα «μαγαζιά» του ΣΥΡΙΖΑ -μένει εκτός εικόνας, δείχνει αυστηρά θεσμικός. Γενικώς το κόμμα έχει διατηρηθεί κάπως συγκρατημένο, ειδικά μετά τις εξαλλοσύνες με τους διοικητές νοσοκομείων. Τουλάχιστον δεν προκαλούν.

Ακόμα λοιπόν και αν αντιπαθείς τον Μητσοτάκη, έχεις δυσανεξία στη Δεξία και στο «μιντιακό σύστημα που τον καλύπτει», ο βαθμός ανταπόκρισης στις απαιτήσεις του πρώτου χρόνου διακυβέρνησης είναι, ασφαλώς, θετικός. Ήταν, όμως, ένα διάστημα κατά το οποίο δεν πρόλαβαν καν να γίνουν οι ερωτήσεις στις οποίες καλούνται να απαντήσουν οι κυβερνήσεις.

Θα είχε όμως ενδιαφέρον να στήσουμε ένα φανταστικό σενάριο, σύμφωνα με το οποίο η πανδημία δεν υπήρξε ποτέ. Ποια θα ήταν, άραγε, η σημερινή δημοσκοπική εικόνα της κυβέρνησης; Πόση φθορά θα κουβαλούσε επάνω της; Στην πολιτική, αλλά όχι στη ζωή, η μεγαλύτερη συμφορά γίνεται ευτυχία αν την αντιμετωπίσεις σωστά.