Nα τελειώνουμε με τον λαϊκισμό στα εθνικά

Ο όρος «εθνικά θέματα» δεν απαντάται στο πολιτικό λεξιλόγιο άλλων χωρών. Προφανώς αυτό συμβαίνει επειδή η χώρα μας μεταφέρει μεγάλο γεωπολιτικό φορτίο, στα απόνερα ιστορικών εντάσεων και πολεμικών συγκρούσεων.

Με μία απλουστευμένη περιγραφή, ως εθνικά θέματα αντιμετωπίζουμε τις εκκρεμότητες και κυρίως τις τριβές και τους διαγκωνισμούς με τις γειτονικές χώρες, όρος που συχνά επενδύεται με πατριωτικές ή εθνικιστικές κορώνες -όπως το βλέπει ο καθένας. Ενώ, λοιπόν, τα εθνικά θέματα συνδέονται, σχεδόν αποκλειστικά, με ζωτικά συμφέροντα της χώρας, αποτελούν ένα θέατρο διεργασιών στο οποίο δύσκολα προσέρχεται ως θεατής ο απλός πολίτης. Ρωτήστε τον διπλανό σας αν αντιλαμβάνεται τι ακριβώς είναι η ΑΟΖ, η υφαλοκρηπίδα, η επέκταση των χωρικών υδάτων, τι ακριβώς συμβαίνει με τον 28ο μεσημβρινό και πώς προσδιορίζεται η επήρεια των νησιών και η ιδιαιτερότητα του Καστελλόριζου. Το πιθανότερο είναι να μην έχει ιδέα. Για αυτό και τα εθνικά θέματα είναι εύφορο έδαφος για να σπείρεις λαϊκισμό. Οι τεχνικές και νομικές λεπτομέρειες είναι τόσο πολύπλοκες, ώστε καθιστούν αδύνατη την τεκμηριωμένη παρακολούθηση τους. Εκ των πραγμάτων, οι πολιτικοί απευθύνονται στην κοινή γνώμη με απλοϊκούς όρους και διαζεύξεις. Υπάρχει μόνο άσπρο ή μαύρο. Επωφελές και επιζήμιο. Πατριώτες και προδότες.

Υπάρχει μανιέρα. Η εκάστοτε κυβέρνηση ελέγχεται από την αντιπολίτευση για υποχωρητικότητα, εμμέσως και για ενδοτισμό, έλλειψη στρατηγικής και αποφασιστικότητας. Η δε αντιπολίτευση (η εκάστοτε, επαναλαμβάνω) ασκεί κριτική σφίγγοντας, απλώς, τη γροθιά, χωρίς να απλώνει στο τραπέζι ένα εναλλακτικό και, κυρίως, ρεαλιστικό σχέδιο που να απαντά στη συγκυρία. Αυτό γίνεται σχετικά ανώδυνα σε θέματα όπως το Μακεδονικό, αν και προκαλούνται αμυχές στην εθνική συνοχή. Όμως στα ελληνοτουρκικά αν προβάλλεις την αντιπολιτευτική κριτική πάνω στο χάρτη, η πορεία που χαράσσεται οδηγεί σε πολεμική σύγκρουση. Για παράδειγμα, ένας από τους λόγους που η αξιωματική αντιπολίτευση δεν κυρώνει τη συμφωνία με την Αίγυπτο, είναι επειδή εξαιρεί τον 28ο μεσημβρινό. Αν όμως η συμφωνία πήγαινε ανατολικότερα, η εμπλοκή με την Τουρκία θα ήταν βέβαιη. Από την άλλη, αν η κυβέρνηση πατούσε στον 28ο μεσημβρινό, θα εγκαλείτο επειδή σέρνει τη χώρα σε περιπέτειες.

Αντίστοιχα ενδιαφέρουσα είναι και η περίπτωση με τα 12 μίλια στο Ιόνιο. Ο Τσίπρας έχει δίκαιο που υπενθυμίζει ότι επί των ημερών του, όταν εκδηλώθηκε αυτή η πρόθεση από τον Νίκο Κοτζιά, η Νέα Δημοκρατία έκανε κριτική, λέγοντας ότι αν δεν γίνει ανάλογη επέκταση και στο Αιγαίο, ουσιαστικά αναγνωρίζεται η θέση της Τουρκίας περί ειδικού καθεστώτος. Η κίνηση έγινε από τον Μητσοτάκη που πάντως, σε αποστροφή του λόγου του, είπε ότι η Ελλάδα επιφυλάσσεται να ασκήσει το ίδιο δικαίωμα και σε άλλες περιοχές -ο Ευάγγελος Βενιζέλος επισημαίνει ότι η κυβέρνηση πρέπει να προβεί σε ρητή δήλωση ότι η επέκταση στο Ιόνιο δεν συνιστά αντιδιαστολή προς το Αιγαίο. Πάντως δεν καταλάβαμε τι ουσιαστικό άλλαξε σε σχέση με το 2018.

Η συζήτηση στη Βουλή, παρά τις επιμέρους προσχηματικές αγκυλώσεις, είχε πραγματικό ενδιαφέρον. Πρώτον, επειδή έδειξε ότι, έστω και υπογείως, οι κεντρικές πολιτικές δυνάμεις, τα τρία μεγαλύτερα κόμματα, ουσιαστικά συμφωνούν με τους κεντρικούς χειρισμούς καθώς αντιλαμβάνονται την κρισιμότητα των στιγμών. Η δε αντιπολίτευση κράτησε την κριτική σε χαμηλή ένταση. (Εδώ ας επισημάνουμε και την εξαιρετική ομιλία της Φώρης Γεννηματά). Εν τέλει, κατά κάποιον τρόπο, διαπιστώθηκε, έστω υποδόρια, συναίνεση στην αλλαγή στρατηγικού δόγματος στην άσκηση της εξωτερικής πολιτικής. Και αυτό το πιστώνεται πρωτίστως ο Μητσοτάκης, πλην όμως και ο Τσίπρας σε κάποιο βαθμό, καθώς απάλλαξε τη χώρα από τον βραχνά του Μακεδονικού. Ο δε Μητσοτάκης, στα ελληνοτουρκικά, ξεκόλλησε τη χώρα από τον βάλτο της χρόνιας αδράνειας. Έγιναν κινήσεις στη σκακιέρα, επαφές, συγκροτήθηκαν συμμαχίες, ασκήθηκε πρωτόγνωρη πίεση στην Τουρκία -μένει να δούμε και τι θα συμβεί στο πεδίο των κυρώσεων από την Ευρωπαϊκή Ένωση. Σημασία έχει ότι για πρώτη φορά η Ελλάδα μοίρασε χαρτιά, δεν περίμενε να δει τι φύλλο θα της δώσουν οι άλλοι.

Και ας ελπίσουμε ότι η πίεση που ασκεί η συγκυρία, θα οδηγήσει σε αναθεώρηση του τρόπου με τον οποίο τα κόμματα, κυρίως όταν είναι στην αντιπολίτευση, αντιμετωπίζουν τα εθνικά θέματα. Οι στιγμές είναι τόσο κρίσιμες και οριακές που, μεταξύ μας, δεν χρειάζεται καν συμβούλιο πολιτικών αρχηγών. Θα έπρεπε να συνεννοούνται με τα μάτια.