«Βυθίσατε το Oruc Reis»

Το τουρκικό ερευνητικό πλοίο δεν αποσύρθηκε στην Αττάλεια. Ξεκίνησε έρευνες στην ελληνική υφαλοκρηπίδα. Το νέο βρήκε τον Μητσοτάκη στη Λέσβο. Έδωσε εντολή στον στόλο να οπλίσει, μπήκε σε μία μικρή εκκλησία και άρχισε τα τηλεφωνήματα με τη Μέρκελ και τον Μακρόν. Στο τέλος μίλησε και με τον Ερντογάν…

19 Σεπεμβρίου 2020. Αργά το απόγευμα

Η πρώτη ελληνική ματιά πάνω στα καλώδια του Oruc Reis ήταν μονόφθαλμη, από το drone του Πολεμικού Ναυτικού. Στο μόνιτορ της φρεγάτας «Λήμνος» είδαν μία λεπτή ασημένια γραμμή να βυθίζεται στη θάλασσα. Σκέφτηκαν ότι μπορεί να κάνουν λάθος. Περίμεναν. Ο κυβερνήτης πήρε το joystick του drone στο χέρι. Εστίασε στο καλώδιο που ξεκινούσε από τη δεξιά άκρη της πρύμνης. Χανόταν και αυτό προς το βυθό του Αιγαίου, εντός της ελληνικής υφαλοκρηπίδας. Αυτά τα καλώδια, όταν βρίσκουν τον βυθό, δημιουργούν προσομοίωση σεισμικών δονήσεων. Όμως στην επιφάνεια του νερού άρχισε να σχηματίζεται τσουνάμι. Ο κυβερνήτης επικαλέστηκε τα θεία, όχι με τον τρόπο που θα άρμοζε σε έναν ανώτερο αξιωματικό του Πολεμικού Ναυτικού. Κάλεσε τον Θάλαμο Επιχειρήσεων. Από το κινητό. Καλοί οι ασύρματοι, αλλά η φωνή σου γίνεται πεταλούδα που πετάει δίπλα σε μία απόχη.

Η δόνηση του iphone κλώτσησε ελαφρά τον δεξί μηρό του Πρωθυπουργού, μέσα από την τσέπη του τζιν. Ο Μητσοτάκης ήταν στη Λέσβο, για επιθεώρηση στον χώρο που κατασκευάζεται η κλειστή δομή φιλοξενίας προσφύγων και μεταναστών. Είχε τον δεξί αγκώνα μονίμως προτεταμένο, ώστε όποιος θέλει να μπορεί να τον χαιρετήσει με το υποκατάστατο της χειραψίας. Με το αριστερό χέρι έβγαλε το κινητό από την τσέπη. Είδε το νούμερο του υπουργού Άμυνας στην οθόνη και ήξερε τι θα ακούσει πριν καν βάλει το τηλέφωνο στο αφτί του. Όσοι βρέθηκαν δίπλα του άκουσαν μόνο ένα «Πες τους να περιμένουν». Χρειαζόταν ησυχία. Μπήκε στο ξωκλήσι του Αγίου Ιωάννου Χρυσοστόμου κάνοντας νεύμα, φέρνοντας το αριστερό χέρι πίσω από την πλάτη, κάτι σαν ανάποδη μούντζα, να μην τον ακολουθήσει κανείς. Πότε ήταν η τελευταία φορά που μπήκε σε εκκλησία χωρίς να σταυροπροσκηνύσει; Ούτε που θυμόταν. Περίμενε να αισθανθεί το ρίγος της αναμέτρησης με την Ιστορία. Να του σκάσουν στο μυαλό λόγια μεγάλων ανδρών σαν χειροβομβίδες κρότου-λάμψης-έμπνευσης. Να του έρθει η ατάκα που θα γινόταν επίγραμμα στον αδριάντα του. Του ήρθε μόνο το κινητό της Μέρκελ.

Ο κυβερνήτης της «Λήμνος» σκεφτόταν ποιο είδος άνδρα έπιανε τη μεγαλύτερη τιμή στο χρηματιστήριο εκείνης της στιγμής. Ο γενναίος πατριώτης ή ο συνετός επαγγελματίας; Ποιος είναι, αλήθεια, πιο χρήσιμος; Εκείνος που είναι έτοιμος να πεθάνει για την πατρίδα του ή εκείνος που θα κάνει τους άλλους να πεθάνουν για τη δική τους; Ο ίδιος ήθελε να πιστεύει ότι ανήκει στη δεύτερη κατηγορία. Έδωσε εντολή να οπλίσουν με το πλήρωμα σε θέσεις μάχης. Μία λέξη και ένα κουμπί ήταν πια αρκετά για να ξεκινήσουν έναν πόλεμο.

Μέσα στην εκκλησία του Αγίου Ιωάννου Χρυσοστόμου, ο Μητσοτάκης έκανε ΚΥΣΕΑ με αγίους. Ο Ιωάννης είχε το όνομα, αλλά του έλειπε η χάρη -μιλιά δεν έβγαζε. Ο Αγιος Γεώργιος που ήξερε από δράκους, αλλά δεν είχε ιδέα από φρεγάτες. Η Παναγία είχε μάτια μόνο για το μωρό. Και ο αινιγματικός Παϊσιος. Από το γραφείο της Μέρκελ του είπαν ότι θα τον καλέσει σε δύο λεπτά. In two minutes. Είχαν περάσει έξι. Κάλεσε τον Μακρόν. «Έτσι και το συζητήσεις ενώ αυτοί έχουν καλώδια στον βυθό σου, μετά θα έρθουν οι Αμερικανοί, θα σας καθίσουν στο ίδιο τραπέζι και θα βρεθείς να διαπραγματεύεσαι με τα χέρια του Ερντογάν στην υφαλοκρηπίδα σου. Χτυπήστε τους δυνατά, αποφασιστικά. Η Γαλλία θα είναι στο πλευρό σας και..» Τον έκοψε (στο καλύτερο) γιατί καλούσε η Μέρκελ. Δεν ήταν μόνη. Με τον Ερντογάν στη γραμμή. Τους είπε ότι η κρίση θα έκοβε τις σάρκες και των δύο. Ο Μητσοτάκης είπε στον Τούρκο ότι είναι η αδιαλλαξία του που οδηγεί τις δύο χώρες σε πόλεμο. Ο Ερντογάν του απάντησε ακριβώς το ίδιο. Η Μέρκελ τους είπε ότι δεν υπάρχει άλλος δρόμος εκτός από τον διάλογο. Και οι δύο της απάντησαν ότι δεν κάθονται απέναντι σε κάποιον που προκαλεί. Ύστερα μέτρησαν τις ζωές που είχαν να κάψουν. Έβγαλαν τις ζυγαριές, αλλά του Μητσοτάκη έγειρε λίγο παραπάνω, μέτρησε πιο βαριές τις ελληνικές. Μέτρησαν τα λεφτά. Ο ένας είχε ευρώ, ο άλλος λίρα. Και κάπου εκεί, με τις ζωές από τη μία, τα λεφτά από τη μία και τη Μέρκελ στη κέντρο, συμφώνησαν να το κόψουν κάπου στη μέση. Τα καλώδια θα μαζευτούν, αλλά θα στρωθεί τραπέζι, εν ανάγκη με τσόχα επάνω του.

Ο κυβερνήτης της «Λήμνος» έβλεπε να έρχεται από αριστερά, με τριάντα κόμβους την ώρα, τέρμα τα γκάζια, μία τουρκική φρεγάτα. «Δείτε ένα μαλάκα», είπε. Σκέφτηκε ότι αν ο Τούρκος συνεχίσει έτσι, θα τον αφήσει να περάσει και μετά θα το κόψει όλο αριστερά με την πλώρη προς τη πρύμνη του. Το κινητό του φωτίστηκε ακριβώς τη στιγμή που ο Τούρκος κράτησε τις μηχανές του.